169x70_dicapro  peri.1  www.iatreion.gr
 
 
ΟΔΗΓΙΑ 32 - 05/10/2007

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ για την εφαρμογή της Κοινοτικής Στρατηγικής για τους Ενδοκρινικούς Διαταράκτες - μια σειρά ουσιών των οποίων εικάζεται η επίδραση στα ορμονικά συστήματα του ανθρώπου και της άγριας πανίδας (COM (1999) 706)

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μετά από την έγκριση της ανακοίνωσης της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και του Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για τους Ενδοκρινικούς Διαταράκτες τον Δεκέμβριο 1999 (COM(1999)706), το Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλλει ανά τακτά χρονικά διαστήματα εκθέσεις για την πρόοδο των εργασιών, ξεκινώντας από τις αρχές του 2001.

Βασικό βραχυπρόθεσμο μέτρο της κοινοτικής στρατηγικής είναι η κατάρτιση καταλόγου προτεραιότητας ουσιών για περαιτέρω αξιολόγηση του ρόλου τους στις ενδοκρινικές διαταραχές. Κατά τη διάρκεια του 2000, καταρτίστηκε κατάλογος με 553 υποψήφιες ανθρωπογενείς ουσίες και 9 συνθετικές/φυσικές ορμόνες. Οι ουσίες του εν λόγω καταλόγου διακρίνονται σε τέσσερις ομάδες με γνώμονα τις διαθέσιμες πληροφορίες. Παράλληλα, καταρτίστηκε κατάλογος μέτρων προτεραιότητας με σκοπό την περαιτέρω αξιολόγηση του ρόλου των εν λόγω ουσιών στις ενδοκρινικές διαταραχές. Οι δράσεις, τα χρονοδιαγράμματα και οι ομάδες ουσιών παρατίθενται στο παράρτημα 1 της παρούσας Ανακοίνωσης.

Όσον αφορά σε άλλα βραχυπρόθεσμα μέτρα, η Επιτροπή προγραμματίζει μια ευρωπαϊκή συνάντηση πρακτικής εργασίας (workshop) για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες, με τη χορηγία του Υπουργείου Περιβάλλοντος της Σουηδίας, της εθνικής επιθεώρησης χημικών ουσιών της Σουηδίας (KEMI), του ΟΟΣΑ, της ΠΟΥ και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος. Η συνάντηση πρακτικής εργασίας θα πραγματοποιηθεί στις 18-20 Ιουνίου 2001 (προσωρινή ημερομηνία) στη Σουηδία με κύρια θέματα την παρακολούθηση, την έρευνα και την ανάπτυξη, τις μεθόδους/στρατηγικές δοκιμών και τη διεθνή συνεργασία. Κατά τη διάρκεια του 2000, η Επιτροπή πραγματοποίησε συναντήσεις με την ΠΟΥ και τον Οργανισμό Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ με σκοπό την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας.

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εξακολουθούν να συμμετέχουν στην επιχειρησιακή ομάδα του ΟΟΣΑ για τη δοκιμή και την αξιολόγηση των ενδοκρινικών διαταρακτών, η οποία συγκροτήθηκε το 1998 με σκοπό την ανάπτυξη εγκεκριμένων μεθόδων δοκιμών για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, οι εγκεκριμένες μέθοδοι δοκιμών για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες που επηρεάζουν την υγεία του ανθρώπου θα είναι διαθέσιμες το 2002, ενώ οι αντίστοιχες μέθοδοι δοκιμών για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις αναμένονται μεταξύ του 2003 και του 2005.

Το 5ο πρόγραμμα πλαίσιο της Κοινότητας για την Ε&Α (1999-2002) δίνει προτεραιότητα, όσον αφορά στην έρευνα για τις ενδοκρινικές διαταραχές, στις τελευταίες αναθεωρήσεις των συναφών προγραμμάτων εργασίας. Ακόμη, στις 31 Μαΐου 2001 δημοσιεύτηκε ειδική πρόσκληση για υποβολή ερευνητικών προτάσεων με θέμα τις επιπτώσεις στην υγεία και στο περιβάλλον των ενδοκρινικών διαταρακτών, για τις οποίες έχουν δεσμευτεί κονδύλια ύψους 20 εκατ. ευρώ.

Τέλος, όσον αφορά στις νομοθετικές πράξεις, η προτεινόμενη αναθεώρηση της οδηγίας για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στην απλούστευση των όρων και των διαδικασιών λήψης μέτρων εκτάκτου ανάγκης σε κοινοτικό επίπεδο. Επιπλέον, το ζήτημα των ενδοκρινικών διαταρακτών εξετάζεται με προσοχή δυνάμει της νέας και της ισχύουσας νομοθεσίας που διέπει τον τομέα της πολιτικής των υδάτων και της πρόσφατης λευκής βίβλου περί στρατηγικής για μια μελλοντική πολιτική για τα χημικά προϊόντα.

Πλαίσιο

1. Μια σειρά χημικών ουσιών, που προορίζονται για χρήση στη βιομηχανία, στη γεωργία και σε καταναλωτικά αγαθά, εικάζεται ότι παρεμβαίνουν στα ενδοκρινικά συστήματα του ανθρώπου και της άγριας πανίδας και έχουν δυσμενείς επιδράσεις στην υγεία, όπως, λόγου χάριν, καρκίνος, διαταραχές της συμπεριφοράς και αναπαραγωγικές ανωμαλίες. Οι ουσίες αυτές είναι γνωστές ως «ενδοκρινικοί διαταράκτες».

2. Τον Δεκέμβριο 1999, η Επιτροπή ενέκρινε ανακοίνωση προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για τους Ενδοκρινικούς Διαταράκτες. Η στρατηγική εξετάζει βασικά θέματα, όπως η αναγκαιότητα περαιτέρω ερευνών, διεθνούς συνεργασίας, ενημέρωσης του κοινού και κατάλληλης ενεργοποίησης στο πλαίσιο πολιτικών. Διατυπώνονται επίσης συστάσεις για λήψη βραχυπρόθεσμων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων μέτρων.

3. Στις 30 Μαρτίου 2000 το Συμβούλιο Περιβάλλοντος κατέληξε σε συμπεράσματα σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής, τονίζοντας την αρχή της προφύλαξης, την ανάγκη ανάπτυξης ταχειών και αποτελεσματικών στρατηγικών διαχείρισης της επικινδυνότητας και την ανάγκη συνέπειας με τη συνολική πολιτική περί χημικών προϊόντων. Το Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλλει εκθέσεις για την πρόοδο των εργασιών ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ξεκινώντας από τις αρχές του 2001.

4. Στις 26 Οκτωβρίου 2000, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες, στο οποίο τονίζει την ανάγκη εφαρμογής της αρχής της προφύλαξης και καλεί την Επιτροπή να προβεί στον άμεσο εντοπισμό των ουσιών ώστε να καταστεί δυνατή η ανάληψη άμεσης δράσης.

Βραχυπρόθεσμα μέτρα: συντελεσθείσα πρόοδος

Κατάρτιση καταλόγου προτεραιότητας ουσιών για περαιτέρω αξιολόγηση του ρόλου τους στις ενδοκρινικές διαταραχές

5. Ένα από τα πρώτα βασικά βραχυπρόθεσμα μέτρα που περιέχονται στην ανακοίνωση είναι η κατάρτιση καταλόγου προτεραιότητας ουσιών για περαιτέρω αξιολόγηση του ρόλου τους στις ενδοκρινικές διαταραχές. Ο κατάλογος προτεραιότητας επρόκειτο να καταρτιστεί σε δύο φάσεις. Κατά την πρώτη φάση προβλεπόταν η διενέργεια ανεξάρτητης εξέτασης όλων των στοιχείων που συνδέονται με τις επιπτώσεις των ενδοκρινικών διαταρακτών και την έκθεση του ανθρώπου και των ζώων σε αυτούς. Στη δεύτερη φάση προβλεπόταν ο καθορισμός προτεραιοτήτων κατόπιν διαβουλεύσεων με τους εταίρους και τις επιστημονικές επιτροπές της Επιτροπής. Στο σχήμα 1 παρουσιάζονται σχηματικά οι δύο φάσεις της εν λόγω διαδικασίας.

6. Τα αποτελέσματα της μελέτης που εκπονήθηκε κατά την πρώτη φάση συνοψίσθηκαν σε έκθεση με τον τίτλο «Προς την κατάρτιση καταλόγου προτεραιότητας ουσιών για περαιτέρω αξιολόγηση του ρόλου τους στις ενδοκρινικές διαταραχές - κατάρτιση αρχικού καταλόγου υποψήφιων ουσιών ως βάσης για τον καθορισμό προτεραιοτήτων». Τη μελέτη εκπόνησε η BKH Consulting Engineers των Κάτω Χωρών, βάσει σύμβασης με τη Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η έκθεση, η οποία επικεντρώθηκε στις ανθρωπογενείς χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται βασικά στη βιομηχανία, στη γεωργία και σε καταναλωτικά αγαθά, ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο 2000.

7. Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει κατάλογο 553 υποψήφιων ουσιών χωρισμένων σε τρεις ομάδες με γνώμονα τις διαθέσιμες πληροφορίες βάσει τεσσάρων κριτηρίων επιλογής. Τα κριτήρια επιλογής, που επιλέχθηκαν κατόπιν διαβουλεύσεων με τους εταίρους, είναι τα εξής:

* Όγκος παραγωγής

* Ανθεκτικότητα στο περιβάλλον

* Στοιχεία για ενδοκρινικές διαταραχές βάσει των επιστημονικών τεκμηρίων, και

* Εκτιμήσεις περί έκθεσης στους ενδοκρινικούς διαταράκτες

8. Στο πλαίσιο της δεύτερης φάσης, που αφορά στον καθορισμό προτεραιοτήτων, έλαβαν χώρα διαβουλεύσεις με την Επιστημονική Επιτροπή για την Τοξικότητα, την Οικοτοξικότητα και το Περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και με την επιστημονική επιτροπή για τα φυτά, με θέμα την επιστημονική ακρίβεια της έκθεσης BKH. Η εγκριθείσα στις 5 Σεπτεμβρίου 2000 γνώμη εγκρίνει τις δύο φάσεις της εν λόγω διαδικασίας για την επιλογή ουσιών προτεραιότητας και την περαιτέρω αξιολόγησή τους. Καταλήγει, ωστόσο, στο συμπέρασμα ότι η έκθεση BKH παρουσιάζει σημαντικές επιστημονικές αδυναμίες αναφέροντας για παράδειγμα την ανάγκη εξέτασης θεμάτων όπως η σχέση δόσεως-απόκρισης/δραστικότητας, οι συνθετικές ορμόνες, η μέτρηση του βαθμού έκθεσης στους ενδοκρινικούς διαταράκτες, καθώς και τα ανώτατα όρια διακοπής της παραγωγής και τα κριτήρια ανθεκτικότητας.

9. Παράλληλα, έλαβαν χώρα διαβουλεύσεις με τους εταίρους, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών της ΕΕ και των συνδεδεμένων κρατών, τις βιομηχανικές ενώσεις και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις. Η πλειοψηφία των κρατών μελών και των ΜΚΟ ήταν της γνώμης ότι η προσέγγιση της BKH ήταν ρεαλιστική, γεγονός που κρίθηκε λογικό με βάση τα πρώτα διαθέσιμα στοιχεία, και ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την κατάρτιση του καταλόγου προτεραιότητας. Ταυτόχρονα, τονίστηκε η ανάγκη για περαιτέρω έρευνα με στόχο τη βελτίωση και την ανάπτυξη του καταλόγου.

10. Η χημική βιομηχανία εξέφρασε την ανησυχία ότι η διαδικασία που προτείνει η BKH μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη εκτίμηση της επικινδυνότητας καθώς δείχνει να συνδυάζει την εκτίμηση των κινδύνων που εγκυμονούν οι ενδοκρινικοί διαταράκτες και της έκθεσης σε αυτούς σε μία μόνο εκτίμηση με απλουστευμένο τρόπο. Επιπλέον, η χημική βιομηχανία υπέβαλε ένα έγγραφο το οποίο περιέγραψε ως «εναλλακτική λύση στην προσέγγιση της BKH».

11. Στις 8-9 Νοεμβρίου 2000, πραγματοποιήθηκε συνάντηση των εταίρων στις Βρυξέλλες. Κατά τη συνάντηση αυτή συζητήθηκε η διαδικασία καθορισμού προτεραιοτήτων υπό το φως της γνώμης της επιστημονικής επιτροπής, των παρατηρήσεων που διατύπωσαν οι εταίροι και της ανάλυσης του νομικού καθεστώτος των ουσιών δυνάμει της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας. Τα σημεία της έκθεσης BKH και του προς κατάρτιση καταλόγου στα οποία δόθηκε έμφαση είναι τα εξής:

* Η μελέτη που εκπόνησε η BKH αποτελεί σημείο εκκίνησης όσον αφορά στον καθορισμό προτεραιοτήτων.

* Και οι 553 υποψήφιες ουσίες θα τύχουν περαιτέρω αξιολόγησης.

* Η μελέτη των ουσιών στην οποία προβαίνει η έκθεση BKH δεν αρκεί. απαιτείται πιο ενδελεχής μελέτη συγκεκριμένων υποψήφιων ουσιών πριν από τη διατύπωση προτάσεων για επιβολή περιορισμών.

* Από τις 118 υποψήφιες ουσίες για τις οποίες εικάζεται ότι υπάρχουν στοιχεία για ενδοκρινικές διαταραχές ή για δυνητικές ενδοκρινικές διαταραχές, οι 109 τελούν ήδη υπό απαγόρευση ή περιορισμό ή έχουν ήδη εξεταστεί δυνάμει της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας για λόγους όχι απαραίτητα συναφείς με τις ενδοκρινικές διαταραχές.

* Εκτός από τις ανθρωπογενείς ουσίες που προσδιορίζει η έκθεση BKH, θα πρέπει να εξεταστούν ως υποψήφιες ουσίες και κάποιες φυσικές ουσίες, παρόμοιες με τις φυσικές και συνθετικές ορμόνες. Η ΕΕ απαγορεύει ήδη τη χρησιμοποίηση των εν λόγω ουσιών στη ζωική παραγωγή με σκοπό την πάχυνση των ζώων.

* Στο πλαίσιο της κοινοτικής στρατηγικής για τους Ενδοκρινικούς Διαταράκτες, η Επιτροπή δεν σκοπεύει να επαναλάβει τις εργασίες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί για τις υποψήφιες ουσίες για τις οποίες βρίσκεται ήδη υπό εξέλιξη ή αναμένεται η εκτίμηση της επικινδυνότητας δυνάμει της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας.

* Η διαδικασία προσδιορισμού των υποψήφιων ουσιών είναι συνεχής. είναι, επομένως, δυνατή η διαρκής προσθήκη και αφαίρεση ουσιών βάσει των νέων στοιχείων που προκύπτουν.

12. Βάσει της προαναφερθείσας διαδικασίας που πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις, η Επιτροπή σκοπεύει να καταρτίσει κατάλογων μέτρων προτεραιότητας για τις συγκεκριμένες ομάδες υποψήφιων ουσιών. Τα εν λόγω μέτρα παρατίθενται στον πίνακα 1 του παραρτήματος 1. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει πάντως να γίνει στα ακόλουθα μέτρα:

* Βραχυπρόθεσμα (εντός 12 έως 18 μηνών) θα δοθεί προτεραιότητα στη σε βάθος αξιολόγηση δώδεκα υποψήφιων ουσιών εκ των οποίων οι εννέα (9) είναι βιομηχανικές ή άλλες ουσίες για τις οποίες υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία για ενδοκρινικές διαταραχές ή για δυνητικές ενδοκρινικές διαταραχές και οι οποίες δεν τελούν υπό περιορισμό ούτε εξετάζονται επί του παρόντος δυνάμει της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας (βλέπε παράρτημα 1, πίνακα 2). Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιστημονικές αδυναμίες της έκθεσης BKH, η εν λόγω αξιολόγηση θα λάβει υπόψη τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες, καθώς και θέματα όπως η σχέση δόσεως/απόκρισης/δραστικότητας/χρονικής κατανομής/συνέργειας, η σύγκριση με στοιχεία περί κανονικής τοξικότητας και η εκτίμηση του βαθμού έκθεσης στους ενδοκρινικούς διαταράκτες όπου απαιτείται. Η εκτίμηση του βαθμού έκθεσης στους ενδοκρινικούς διαταράκτες θα αφορά, μεταξύ άλλων, στον προσδιορισμό συγκεκριμένων περιπτώσεων έκθεσης των καταναλωτών ή των οικοσυστημάτων οι οποίες ενδέχεται να απαιτούν ιδιαίτερη εξέταση βραχυπρόθεσμα. Ακόμη, θα πραγματοποιηθεί αξιολόγηση τριών (3) συνθετικών/φυσικών ορμονών, της οιστρόνης, της αιθυνιλοιστραδιόλης και της οιστραδιόλης, με στόχο τη συλλογή ενημερωμένων στοιχείων για την ύπαρξη των ουσιών αυτών στο περιβάλλον και τις επιπτώσεις της έκθεσής του σε αυτές. Η Επιτροπή σκοπεύει να δρομολογήσει μελέτη για την ανάληψη του έργου αυτού.

* Κατά τους προσεχείς 12 έως 18 μήνες θα δοθεί επίσης προτεραιότητα στη συλλογή στοιχείων/πληροφοριών σχετικά με την ανθεκτικότητα, τους όγκους παραγωγής και το νομικό καθεστώς 435 υποψήφιων ουσιών (βλέπε παράρτημα 1, πίνακα 4) για τις οποίες δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία στην έκθεση BKH, ώστε να θεωρηθούν ενδοκρινικοί διαταράκτες ή δυνητικοί ενδοκρινικοί διαταράκτες. Η Επιτροπή σκοπεύει να δρομολογήσει και στην περίπτωση αυτή μελέτη για την ανάληψη του εν λόγω έργου.

* Για 46 υποψήφιες ουσίες για τις οποίες εικάζεται ότι υπάρχουν στοιχεία για ενδοκρινικές διαταραχές ή για δυνητικές ενδοκρινικές διαταραχές και για τις οποίες διεξάγεται εκτίμηση της επικινδυνότητας δυνάμει της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας (βλέπε παράρτημα 1, πίνακα 3, ουσίες με σκίαση), η Επιτροπή καλεί τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να λάβουν υπόψη τα διαθέσιμα στοιχεία για τις ενδοκρινικές διαταραχές κατά τη διαδικασία εκτίμησης της επικινδυνότητας. Η Επιτροπή καλεί τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να επιταχύνουν τη διαδικασία διαμόρφωσης των στρατηγικών εκτίμησης της επικινδυνότητας και μείωσης των κινδύνων για 15 υποψήφιες για ενδοκρινικές διαταραχές ουσίες που θεωρούνται ουσίες προτεραιότητας δυνάμει του κανονισμού 793/93 και να επιταχύνουν τη διαδικασία εκτίμησης της επικινδυνότητας και χορήγησης αδειών για 31 υποψήφιες για ενδοκρινικές διαταραχές ουσίες που τελούν υπό επανεξέταση δυνάμει της οδηγίας 91/414 περί των φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Οι εργασίες αυτές εκτιμάται ότι θα διαρκέσουν από ένα έως τέσσερα χρόνια.

* Για δύο υποψήφιες ουσίες για τις οποίες υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία για ενδοκρινικές διαταραχές ή για δυνητικές ενδοκρινικές διαταραχές και οι οποίες δεν τελούν υπό περιορισμό ή ταξινόμηση, ούτε εξετάζονται δυνάμει της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας, (βλέπε παράρτημα 1, πίνακα 2, ουσίες με σκίαση), η Επιτροπή καλεί τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να προβούν στη δέουσα ταξινόμηση δυνάμει της οδηγίας 67/548 βάσει των υφιστάμενων μεθόδων δοκιμών για την ικανότητα καρκινογένεσης, την αναπαραγωγική τοξικότητα και την επικινδυνότητα στο περιβάλλον. Η διαδικασία αυτή εκτιμάται ότι θα διαρκέσει ένα έως δύο χρόνια.

13. Η Επιτροπή δρομολόγησε πρόσφατα μία μελέτη με θέμα την έκθεση του ανθρώπου σε ενδοκρινικούς διαταράκτες μέσω του πόσιμου νερού. Η μελέτη αυτή δρομολογήθηκε κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου στο πλαίσιο της οδηγίας 98/83/ΕΚ σχετικά με την ποιότητα του νερού για ανθρώπινη κατανάλωση (οδηγία για το πόσιμο νερό). Σκοπός της μελέτης είναι η συλλογή στοιχείων στα οποία να μπορέσουν να βασιστούν παραμετρικές τιμές για τις χημικές ουσίες που διαταράσσουν τη λειτουργία των ενδοκρινών αδένων που θα αξιοποιηθούν σε περίπτωση ενδεχόμενης αναθεώρησης της οδηγίας στο μέλλον.

Ανταλλαγή πληροφοριών και διεθνής συνεργασία

14. Στις 19-20 Σεπτεμβρίου 2000, η Επιτροπή και η ΠΟΥ οργάνωσαν από κοινού σεμινάριο με σκοπό την ενίσχυση της μεταξύ τους συνεργασίας. Όσον αφορά στους ενδοκρινικούς διαταράκτες, η Επιτροπή και η ΠΟΥ, μέσω του Διεθνούς Προγράμματος για τη Χημική Ασφάλεια, συνεργάζονται ήδη για την τήρηση συνολικού καταλόγου ερευνών ο οποίος καταρτίζεται στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra και για τη σύνταξη έκθεσης με θέμα τη συνολική εκτίμηση των πλέον σύγχρονων διαθέσιμων γνώσεων για τις ενδοκρινικές διαταραχές.

15. Στο πλαίσιο του φόρουμ του ΟΟΣΑ εξετάζεται η ανάπτυξη εγκεκριμένων μεθόδων δοκιμών. Τόσο η Επιτροπή όσο και η ΠΟΥ δεσμεύονται να υποστηρίξουν την εν λόγω διαδικασία, η ΠΟΥ στο πλαίσιο του διοργανικού προγράμματος ασφαλούς διαχείρισης χημικών προϊόντων (IOMC) και η Επιτροπή συνεργαζόμενη στενά με τα κράτη μέλη της ΕΕ για το συντονισμό της αρωγής της ΕΕ προς τον ΟΟΣΑ. Μακροπρόθεσμα, αναμένεται ότι οι δύο οργανισμοί θα μπορέσουν από κοινού να εργαστούν για την αξιολόγηση των επιπτώσεων των μεθόδων δοκιμών στις τρέχουσες προσεγγίσεις εκτίμησης της επικινδυνότητας.

16. Οι ενδοκρινικοί διαταράκτες εξετάστηκαν επίσης στο πλαίσιο της ανωτάτου επιπέδου διαβούλευσης μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ για το περιβάλλον που διεξήχθη στις 10-11 Μαίου 2000. Η Επιτροπή και ο Οργανισμός Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ συμφώνησαν να ανταλλάσσουν πληροφορίες ανά τακτά χρονικά διαστήματα για τον καθορισμό προτεραιοτήτων, την ανίχνευση και τις δοκιμές, καθώς και για τις ερευνητικές δραστηριότητες.

17. Οι ενδοκρινικές διαταραχές είναι ένα από τα θέματα που περιλαμβάνει η συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ περί συνεργασίας σε θέματα επιστήμης και τεχνολογίας. Στο πλαίσιο αυτό, οργανώθηκε κοινή συνάντηση πρακτικής εργασίας στην Ispra από το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Επιτροπής τον Απρίλιο 1999 κατά την οποία προσδιορίστηκαν οι κοινές προτεραιότητες στον τομέα της έρευνας. Πρόσφατα, ο Οργανισμός Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ δημοσίευσε δύο προσκλήσεις για υποβολή ερευνητικών προτάσεων με θέμα τις επιπτώσεις των ενδοκρινικών διαταρακτών στο περιβάλλον και στην υγεία του ανθρώπου και πρόκειται να δημοσιεύσει ακόμη μία μέχρι το τέλος του 2001. Επιπλέον, στις 31 Μαΐου 2001 η Επιτροπή δημοσίευσε ειδική πρόσκληση για υποβολή προτάσεων με θέμα τις επιπτώσεις των ενδοκρινικών διαταρακτών στην υγεία του ανθρώπου και στο περιβάλλον.

Λοιπά βραχυπρόθεσμα μέτρα

18. Η χρήση ουσιών με οιστρογόνο, γεσταγόνο ή ανδρογόνο δράση απαγορεύεται δυνάμει της οδηγίας 96/22/ΕΚ περί απαγορεύσεως της χρησιμοποιήσεως ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση και των β-ανταγωνιστικών ουσιών στη ζωική παραγωγή για κερδοσκοπικούς σκοπούς. Τον Απρίλιο του 1999, η Επιστημονική Επιτροπή για τα Κτηνιατρικά Μέτρα σε σχέση με τη Δημόσια Υγεία απεφάνθη ότι και για τις έξι ορμόνες θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ορισμένες επιδράσεις στις ενδοκρινικές λειτουργίες, στις αυξητικές διεργασίες, στο ανοσοποιητικό σύστημα, καθώς και οι νευροβιολογικές, ανοσοτοξικές, γυνοτοξικές και καρκινογενετικές επιδράσεις και ότι από τις διάφορες ευπαθείς ομάδες κινδύνου, τα παιδιά προεφηβικής ηλικίας αποτελούν την ομάδα που δημιουργεί τις μεγαλύτερες ανησυχίες. Επιπλέον, η Επιστημονική Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η οιστραδιόλη 17-β είναι απόλυτα καρκινογόνος. Βάσει των ανωτέρω συμπερασμάτων, τα οποία επικυρώθηκαν τον Μάιο του 2000, η Επιτροπή πρότεινε να απαγορευθεί οριστικά η χρησιμοποίηση της οιστραδιόλης 17-β και των παράγωγων εστέρων της σε ζώα εκμετάλλευσης και να εξακολουθήσει να ισχύει προσωρινά η απαγόρευση της χρησιμοποίησης με σκοπό την πάχυνση των ζώων όλων των άλλων ουσιών με οιστρογόνο, γεσταγόνο ή ανδρογόνο δράση έως ότου διατεθούν πληρέστερα επιστημονικά στοιχεία (COM (2000) 320 and COM (2001) 131).

19. Η Επιτροπή σχεδιάζει να οργανώσει ευρωπαϊκή συνάντηση πρακτικής εργασίας για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες στις 18-20 Ιουνίου 2001 στο Aronsborg (Balsta), της Σουηδίας, με τη χορηγία του Υπουργείου Περιβάλλοντος της Σουηδίας, της εθνικής επιθεώρησης χημικών ουσιών της Σουηδίας (KEMI), του ΟΟΣΑ, της ΠΟΥ και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος. Η συνάντηση πρακτικής εργασίας θα έχει ως στόχο την παρακολούθηση αρκετών θεμάτων της κοινοτικής στρατηγικής για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες (COM(1999)706), όπως τη θέσπιση προγραμμάτων παρακολούθησης, την ανταλλαγή πληροφοριών και το διεθνή συντονισμό, την ανάπτυξη μεθόδων/στρατηγικών δοκιμών, και την έρευνα και ανάπτυξη. Στο παράρτημα 2 παρέχονται περισσότερες πληροφορίες για τους επιμέρους στόχους της συνάντησης πρακτικής εργασίας.

Μεσοπρόθεσμα μέτρα: συντελεσθείσα πρόοδος

Προσδιορισμός και αξιολόγηση των ενδοκρινικών διαταρακτών

20. Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, η ύπαρξη διαθέσιμων στρατηγικών/μεθόδων δοκιμών για τον προσδιορισμό και την αξιολόγηση των χημικών ενδοκρινικών διαταρακτών είναι βασική προϋπόθεση για τη συνολική προσαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας με στόχο την προστασία του ανθρώπου και του περιβάλλοντος από τους δυνητικούς κινδύνους που εγκυμονούν οι εν λόγω χημικoί διαταράκτες.

21. Η Επιτροπή συμμετέχει στην επιχειρησιακή ομάδα του ΟΟΣΑ για τη δοκιμή και την αξιολόγηση των ενδοκρινικών διαταρακτών (EDTA) η οποία συγκροτήθηκε το 1998 και υπάγεται στο πρόγραμμα «Εθνικοί συντονιστές για τις κατευθυντήριες γραμμές των δοκιμών». Τα κύρια καθήκοντα της επιχειρησιακής ομάδας είναι η κατάστρωση διεθνώς εναρμονισμένης στρατηγικής δοκιμών και ο συντονισμός και η εποπτεία των εργασιών των διαφόρων υποομάδων που είναι επιφορτισμένες με την ανάπτυξη νέων κατευθυντήριων γραμμών για τις δοκιμές ή με την αναθεώρηση των ήδη υφιστάμενων με απώτερο στόχο την εκτίμηση των δυνητικών ενδοκρινοδιαταρακτικών ιδιοτήτων των χημικών ουσιών. Στις τέσσερις συνεδριάσεις τις οποίες έχει πραγματοποιήσει μέχρι σήμερα, η επιχειρησιακή ομάδα έχει διαμορφώσει τις γενικές γραμμές του εννοιολογικού πλαισίου της προς εφαρμογή στρατηγικής δοκιμών και έχει προσδιορίσει μια σειρά μεθόδων δοκιμών προς ανάπτυξη/επικύρωση.

22. Όσον αφορά στην ανάπτυξη/επικύρωση μεθόδων δοκιμών για τις επιπτώσεις των ενδοκρινικών διαταρακτών στην υγεία του ανθρώπου, η επιχειρησιακή ομάδα προέβη το 1998 στη συγκρότηση μιας ομάδας εργασίας, στην οποία συμμετέχουν εμπειρογνώμονες της Επιτροπής και των κρατών μελών. Η εν λόγω ομάδα εργασίας ασχολείται κυρίως με την ανάπτυξη δύο νέων μεθόδων δοκιμών και με την ενίσχυση μιας ισχύουσας κατευθυντήριας γραμμής. Αναμένεται ότι οι εγκεκριμένες μέθοδοι δοκιμών για τις επιπτώσεις των ενδοκρινικών διαταρακτών στην υγεία του ανθρώπου θα είναι διαθέσιμες το 2002. Παράλληλα, η αναθεώρηση της κατευθυντήριας γραμμής 416 για τις δοκιμές (αναπαραγωγική τοξικότητα δεύτερης γενιάς) και της κατευθυντήριας γραμμής 414 του ΟΟΣΑ (τερατογένεση) βρίσκεται επί του παρόντος στο τελικό στάδιο έγκρισης από τα κράτη μέλη. Στη διάρκεια των εν λόγω αναθεωρήσεων, προστέθηκαν στις κατευθυντήριες γραμμές πολλά νέα στοιχεία σχετικά με τον εντοπισμό των διαταραχών που επηρεάζουν την ορμόνη η οποία καθορίζει το φύλο. Πάντως, είναι αναγκαία η εξέταση στο μέλλον και άλλων σημείων προορισμού, και κυρίως των σημείων προορισμού που σχετίζονται με το κεντρικό νευρικό σύστημα και με τις ορμόνες που εκκρίνει ο θυρεοειδής αδένας.

23. Όσον αφορά στην ανάπτυξη/επικύρωση μεθόδων δοκιμών για τις επιπτώσεις των ενδοκρινικών διαταρακτών στο περιβάλλον, συγκροτήθηκε ειδική ομάδα εργασίας στα τέλη του 2000, στην οποία συμμετέχουν εμπειρογνώμονες της Επιτροπής και των κρατών μελών. Όσον αφορά στις επιπτώσεις των ενδοκρινικών διαταρακτών στο περιβάλλον, δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη επαρκώς κατάλληλες μέθοδοι δοκιμών. Επιβάλλεται, επομένως, η ανάπτυξη μεθόδων δοκιμών για την εκτίμηση των επιπτώσεων των χημικών ουσιών σε διάφορες βασικές ταξινομικές ομάδες όλων των συναφών περιβαλλοντικών συστημάτων (ιχθείς, πτηνά, ασπόνδυλα, αμφίβια). Ανάλογα με τις διαθέσιμες πληροφορίες για κάθε περιβαλλοντικό σύστημα και για τα στάδια ανάπτυξης των δοκιμών, επιβάλλεται ο προσδιορισμός των αντίστοιχων σημείων προορισμού της τοξικότητας, ώστε να διαμορφωθεί μια αντιπροσωπευτική εικόνα των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Λόγω της μη επαρκούς ανάπτυξης των εν λόγω μεθόδων δοκιμών, οι πρώτες εγκεκριμένες μέθοδοι δοκιμών δεν αναμένεται να είναι διαθέσιμες πριν από το 2003 και σε ορισμένες περιπτώσεις πριν από το 2005.

Έρευνα και ανάπτυξη

24. Στο τέταρτο πρόγραμμα - πλαίσιο της Κοινότητας για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (1994-1998) χρηματοδοτήθηκαν επιτυχή έργα στους εξής τομείς: προσδιορισμός και εντοπισμός ενδοκρινοδιαταρακτικών ουσιών στην επεξεργασία αποβλήτων, ανάπτυξη βιοαισθητήρων, επιπτώσεις των ενδοκρινικών διαταρακτών στην υγεία του ανθρώπου και στα οικοσυστήματα και ανάπτυξη μεθόδων δοκιμών. Η κοινοτική χρηματοδότηση για τα εν λόγω έργα ανήλθε σε 8 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Επιπλέον, η Επιτροπή (Κοινό Κέντρο Ερευνών/ΓΔ Έρευνας) χρηματοδοτεί επί του παρόντος ένα επιστημονικό έργο με θέμα την ανίχνευση του μεγάλου όγκου των παραγόμενων επί του παρόντος χημικών ουσιών προς εξεύρεση δυνητικών ρυθμιστικών ενδοκρινικών χημικών ουσιών.

25. Στο πέμπτο κοινοτικό πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (1999-2002), οι ενδοκρινικοί διαταράκτες εξετάζονται υπό το φως διαφόρων βασικών δράσεων των προγραμμάτων «Ποιότητα ζωής και διαχείριση των έμβιων πόρων» και «Ενέργεια, περιβάλλον και βιώσιμη ανάπτυξη». Ωστόσο, από τις προσκλήσεις που δημοσιεύθηκαν το 1999 για υποβολή προτάσεων προέκυψε ένα μόνο έργο με αποκλειστικό θέμα τους ενδοκρινικούς διαταράκτες στο πλαίσιο του προγράμματος περί ποιότητας ζωής (βασική δράση: περιβάλλον και υγεία). Η ευρωπαϊκή συνεισφορά για το έργο αυτό ανέρχεται σε 2,45 εκατ. ευρώ. Το εν λόγω έργο εξετάζει την υγεία του αναπαραγωγικού συστήματος των αρρένων.

26. Κατά το έτος 2000, έφτασαν στο στάδιο της χρηματοδότησης στο πλαίσιο του προγράμματος περί ποιότητας ζωής τέσσερις προτάσεις με αποκλειστικό θέμα τις ενδοκρινικές διαταραχές (βασική δράση: περιβάλλον και υγεία). Οι εν λόγω προτάσεις εξετάζουν κυρίως την υγεία του αναπαραγωγικού συστήματος των αρρένων και τις επιπτώσεις των φυτοοιστρογόνων στη διατροφή του ανθρώπου. Η συνολική κοινοτική συνεισφορά για τα έργα αυτά ανέρχεται σε 8 εκατ. ευρώ περίπου. Στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος, ορισμένα άλλα έργα εξετάζουν τις επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου ουσιών που εικάζεται ότι είναι ενδοκρινικοί διαταράκτες (π.χ. διοξίνες, πολυχλωροδιφαινύλια (PCB), πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAH), επιβραδυντικά φλόγας) χωρίς να εστιάζουν αποκλειστικά στο θέμα αυτό. Η συνολική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για τα έργα αυτά υπερβαίνει τα 10 εκατ. ευρώ.

27. Στο πλαίσιο του προγράμματος «Ενέργεια, περιβάλλον και βιώσιμη ανάπτυξη», έχουν επιλεγεί προς χρηματοδότηση διάφορα έργα με κύριο θέμα όχι μόνο τις ενδοκρινικές διαταραχές, αλλά και την έρευνα περί οικοτοξικότητας δυνητικών ενδοκρινικών ουσιών σε συστήματα γλυκών υδάτων και σε θαλάσσια οικοσυστήματα. Τα έργα αυτά εντάσσονται στο πλαίσιο των βασικών δράσεων «Βιώσιμη διαχείριση και ποιότητα του νερού» και «Θαλάσσια οικοσυστήματα».

28. Με γνώμονα την εκπόνηση κατά το δυνατό εμπεριστατωμένων ερευνών για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες, όλα τα συναφή προγράμματα του 5ου προγράμματος - πλαισίου για τα έτη 2001 και 2002 υλοποιούνται βάσει συγκεκριμένων συναφών προδιαγραφών. Στο αναθεωρημένο πρόγραμμα εργασίας του προγράμματος «Περιβάλλον και βιώσιμη ανάπτυξη» έχουν συμπεριληφθεί συγκεκριμένες ερευνητικές προτεραιότητες όσον αφορά στους ενδοκρινικούς διαταράκτες με σκοπό την κάλυψη των δύο τελευταίων προσκλήσεων για υποβολή προτάσεων στο πλαίσιο του 5ου προγράμματος - πλαισίου. Στο πλαίσιο της βασικής δράσης «Βιώσιμη διαχείριση και ποιότητα του νερού» οι εν λόγω προτεραιότητες για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες αφορούν στους ακόλουθους τομείς έρευνας: λειτουργία οικοσυστημάτων, ποιότητα πόσιμου ύδατος, καταπολέμηση μη σημειακής ρύπανσης, εκπόνηση ερευνών πριν από την κανονικοποίηση και παράλληλα με αυτή, συμπεριλαμβανομένης της τυποποίησης. Στο πλαίσιο της βασικής δράσης «Θαλάσσια οικοσυστήματα» έχει δοθεί ιδιαίτερη προτεραιότητα, όσον αφορά στους ενδοκρινικούς διαταράκτες, στον υποτομέα που σχετίζεται με την εκτίμηση των επιπτώσεων των θρεπτικών ουσιών και των ρύπων στο θαλάσσιο περιβάλλον.

29. Επιπλέον, η Επιτροπή (ΓΔ Έρευνας) έχει ετοιμάσει ειδική πρόσκληση για υποβολή προτάσεων με θέμα τις επιπτώσεις των ενδοκρινικών διαταρακτών στην υγεία του ανθρώπου και στο περιβάλλον με σκοπό την ακόμη μεγαλύτερη υποστήριξη της συναφούς πολιτικής και τη σύνθεση όλων των ερευνών για την αποτελεσματική επίλυση των σοβαρών προβλημάτων που δεν έχουν ακόμη εξεταστεί. Η εν λόγω πρόσκληση δημοσιεύτηκε στις 31 Μαΐου 2001 με τελική προθεσμία την 14η Σεπτεμβρίου 2001. Τα διαθέσιμα κονδύλια ανέρχονται σε 20 εκατ. ευρώ.

Μακροπρόθεσμα μέτρα: συντελεσθείσα πρόοδος

Νομοθετικές πράξεις

30. Όπως αναφέρεται στο σημείο 12 της παρούσας Ανακοίνωσης, βασική προτεραιότητα για το 2001 θα δοθεί στη σε βάθος αξιολόγηση δώδεκα υποψήφιων ενδοκρινικών διαταρακτών. Η εν λόγω αξιολόγηση θα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό συγκεκριμένων περιπτώσεων έκθεσης των καταναλωτών ή των οικοσυστημάτων οι οποίες ενδέχεται να απαιτούν ειδική εξέταση βραχυπρόθεσμα. Όσον αφορά στην έκθεση των καταναλωτών, η ανακοίνωση (COM(1999)706) της Επιτροπής θεωρεί την οδηγία 92/59/ΕΚ για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων βασικό μέσο διαχείρισης της επικινδυνότητας για τη λήψη βραχυπρόθεσμων μέτρων εκτάκτου ανάγκης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω οδηγία βρίσκεται επί του παρόντος υπό αναθεώρηση. Οι προτεινόμενες τροπολογίες στοχεύουν στην αποσαφήνιση και στη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, στην ενίσχυση του ρόλου των ευρωπαϊκών προτύπων, στην αύξηση των υποχρεώσεων των παραγωγών και των αρμόδιων διανομής, στην απαγόρευση εξαγωγής απαγορευμένων προϊόντων, στην ενίσχυση των υποχρεώσεων και των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών όσον αφορά στον έλεγχο της αγοράς, στην περαιτέρω συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής, στη βελτίωση του συστήματος ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών (RAPEX), στην απλοποίηση των όρων και των διαδικασιών λήψης μέτρων εκτάκτου ανάγκης σε κοινοτικό επίπεδο και τέλος, εξίσου σημαντικό, στη βελτίωση της διαφάνειας όσον αφορά στην ενημέρωση της κοινής γνώμης.

31. Τον Σεπτέμβριο 2000 εγκρίθηκε η οδηγία 2000/60/ΕΚ, γνωστή ως οδηγία - πλαίσιο για το νερό. Στις 16 Ιανουαρίου 2001, η Επιτροπή ενέκρινε την τροποποιημένη πρόταση απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση καταλόγου ουσιών προτεραιότητας στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (COM(2001)17). Η οδηγία 2000/60/ΕΚ ορίζει ότι, μετά από την έγκριση της εν λόγω απόφασης, η Επιτροπή οφείλει να ετοιμάσει προτάσεις για ελέγχους εκπομπής και πρότυπα ποιότητας μέσα σε διάστημα δύο ετών. Για τις λεγόμενες «επικίνδυνες ουσίες προτεραιότητας», οι προτάσεις για ελέγχους εκπομπής αποσκοπούν στην απαγόρευση και κατάργηση εκπομπών, απορρίψεων και διαρροών εντός 20 ετών. Πρέπει να σημειωθεί ότι, από τις 32 ουσίες προτεραιότητας που προτείνονται στο πλαίσιο της πολιτικής των υδάτων, οι 11 είναι υποψήφιοι ενδοκρινικοί διαταράκτες. Για τις ουσίες αυτές η έκθεση BKH περιέχει στοιχεία για ενδοκρινικές διαταραχές ή για δυνητικές ενδοκρινικές διαταραχές.

32. Στις 13 Φεβρουαρίου 2001, η Επιτροπή ενέκρινε μια λευκή βίβλο περί στρατηγικής για μια μελλοντική πολιτική για τα χημικά προϊόντα. Ένα από τα βασικά στοιχεία της προτεινόμενης στρατηγικής είναι η διαδικασία έγκρισης ουσιών που εμπνέουν πολύ μεγάλη ανησυχία, όπως ουσιών που είναι καρκινογόνοι, μεταλλαξιογόνοι και ουσιών με χαρακτηριστικά ανθεκτικών οργανικών ρύπων (ΑΟΡ). Σύμφωνα με τη διαδικασία, οι αρχές θα πρέπει να δίδουν ειδική άδεια προτού μία τέτοια ουσία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για συγκεκριμένο σκοπό, να διατεθεί στην αγορά ως έχει ή ως συστατικό προϊόντος. Δεδομένου ότι πολλές από τις σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία οι οποίες μέχρι τώρα έχουν συσχετισθεί με χημικά που διαταράσσουν την ενδοκρινική λειτουργία είναι ο καρκίνος των όρχεων, ο καρκίνος του μαστού, ο καρκίνος του προστάτη, η μείωση της περιεκτικότητας σε σπερματοζωάρια και του όγκου του σπέρματος, η κρυπτορχιδία ή η υποσπαδίαση, πολλοί υποψήφιοι ενδοκρινικοί διαταράκτες ενδέχεται να εμπίπτουν στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης. Επιπλέον, δυσμενείς επιδράσεις στο ενδοκρινικό σύστημα των ειδών της άγριας ζωής έχουν αιτιολογημένα συνδεθεί με ορισμένους ΑΟΡ, οι οποίοι και θα υπάγονται σε έγκριση. Ακόμη, η Λευκή Βίβλος τονίζει την ανάγκη να αναληφθούν ιδιαίτερες ερευνητικές προσπάθειες στον τομέα των ενδοκρινικών διαταραχών, οι οποίες θα περιλαμβάνουν. έρευνα για την ανάπτυξη και επικύρωση in-vivo και in-vitro μεθόδων δοκιμών, καθώς επίσης και για την κατάρτιση μοντέλων (π.χ. ποσοτική σχέση δομής/δραστικότητας - QSAR) και δοκιμών προσανατολισμού για την αξιολόγηση των δυνητικών δυσμενών επιδράσεων των χημικών στα ενδοκρινή συστήματα του ανθρώπου και των ζώων, και έρευνα για την επίδραση των χαμηλών δόσεων, της μακροπρόθεσμης έκθεσης και της έκθεσης σε μίγματα χημικών προϊόντων.

33. Άλλα θέματα σχετικά με τις ενδοκρινικές διαταραχές, τα οποία εξετάζονται στο πλαίσιο της συνολικής πολιτικής για τα χημικά προϊόντα, είναι οι αυστηρές δοκιμές για μακροπρόθεσμες επιπτώσεις για ουσίες άνω των 100 τόνων και η υποχρέωση των κατασκευαστών/εισαγωγέων και μεταγενέστερων χρηστών να διεξάγουν κατάλληλες αξιολογήσεις κινδύνου.

Συμπεράσματα και επόμενα βήματα

34. Το έτος 2000 ήταν αφιερωμένο σε αρκετές προπαρασκευαστικές δραστηριότητες με στόχο την εφαρμογή της κοινοτικής στρατηγικής για τους Ενδοκρινικούς Διαταράκτες, όπως εγκρίθηκε από την Επιτροπή τον Δεκέμβριο 1999 (COM(1999)706). Στις δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνονται ο επείγων προσδιορισμός ενός καταλόγου υποψήφιων ενδοκρινοδιαταρακτικών ουσιών για περαιτέρω αξιολόγηση, ο καθορισμός προτεραιοτήτων έρευνας με στόχο ειδική πρόσκληση για υποβολή ερευνητικών προτάσεων με θέμα τους ενδοκρινικούς διαταράκτες υπό το 5ο πρόγραμμα - πλαίσιο της Κοινότητας για την Ε&Α και η οργάνωση μιας ευρωπαϊκής συνάντησης πρακτικής εργασίας με θέμα τους ενδοκρινικούς διαταράκτες. Οι υπό εξέλιξη δραστηριότητες κατά το 2000 περιλαμβάνουν την ανάπτυξη μεθόδων δοκιμών στο πλαίσιο της επιχειρησιακής ομάδας του ΟΟΣΑ για την αξιολόγηση και τη δοκιμή των ενδοκρινικών διαταρακτών.

35. Το έτος 2001 θα είναι αφιερωμένο στην περαιτέρω αξιολόγηση του ρόλου των υποψήφιων ουσιών στις ενδοκρινικές διαταραχές. Μεγάλη προτεραιότητα θα δοθεί στις ουσίες εκείνες για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία για ενδοκρινικές διαταραχές ή για δυνητικές ενδοκρινικές διαταραχές και οι οποίες δεν τελούν υπό περιορισμό ούτε εξετάζονται επί του παρόντος δυνάμει της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας. Η αξιολόγηση θα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό συγκεκριμένων περιπτώσεων έκθεσης των καταναλωτών ή των οικοσυστημάτων οι οποίες ενδέχεται να απαιτούν ειδική εξέταση βραχυπρόθεσμα υπό το φως της πολιτικής καταναλωτών και της περιβαλλοντικής πολιτικής.

36. Ομοίως, προτεραιότητα θα δοθεί κατά τα έτη 2001-2002 στη συλλογή στοιχείων για ορισμένες υποψήφιες ενδοκρινοδιαταρακτικές ουσίες και στη δρομολόγηση μιας σειράς ερευνητικών έργων με στόχο την κάλυψη των κενών που εντοπίζονται όσον αφορά στις διαθέσιμες γνώσεις και στην κατανόηση του φαινομένου των ενδοκρινικών διαταραχών. Επιπλέον, η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να επιταχύνουν τις τρέχουσες διαδικασίες εκτίμησης της επικινδυνότητας για τις υφιστάμενες ουσίες και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχονται στον κατάλογο των υποψήφιων ενδοκρινοδιαταρακτικών ουσιών και τα οποία εξετάζονται δυνάμει της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας.

37. Στις 18-20 Ιουνίου 2001 θα πραγματοποιηθεί ευρωπαϊκή συνάντηση πρακτικής εργασίας με θέμα τους ενδοκρινικούς διαταράκτες στο Aronsborg (Balsta) της Σουηδίας. Η συνάντηση αυτή πρακτικής εργασίας θα ασχοληθεί με τη διαμόρφωση προγραμμάτων παρακολούθησης, με την ανάπτυξη εγκεκριμένων μεθόδων/στρατηγικών δοκιμών, με τη διεθνή συνεργασία και με την έρευνα και ανάπτυξη.

38. Παράλληλα με τις προαναφερθείσες συγκεκριμένες δραστηριότητες στο πλαίσιο της κοινοτικής στρατηγικής για τους Ενδοκρινικούς Διαταράκτες, το θέμα των ενδοκρινικών διαταραχών εξετάζεται επίσης, άμεσα ή έμμεσα, στο πλαίσιο μιας νέας νομοθετικής πρότασης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, της πρόσφατης λευκής βίβλου περί στρατηγικής για μια μελλοντική πολιτική για τα χημικά προϊόντα και της προτεινόμενης αναθεώρησης της οδηγίας για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων.

Οδηγία 76/769 = Οδηγία 76/769/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων

Κανονισμός 793/93 = Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 για την αξιολόγηση και τον έλεγχο των κινδύνων από τις υπάρχουσες ουσίες

Οδηγία 91/414 = Οδηγία 91/414/ΕΟΚ σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων

Οδηγία 67/548 = Οδηγία 67/548/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικίνδυνων ουσιών


Πίνακας 3: Ουσίες για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία για ενδοκρινικές διαταραχές ή για δυνητικές ενδοκρινικές διαταραχές οι οποίες έχουν ήδη ρυθμιστεί ή εξετάζονται επί του παρόντος δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας (=115)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>


>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

* Οι ουσίες ομαδοποιούνται γενικά σε βιομηχανικές χημικές ουσίες, εντομοκτόνα, μέταλλα, λοιπές ουσίες και φυσικές/συνθετικές ορμόνες. **

Οδηγία 76/769 = Οδηγία 76/769/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων

Κανονισμός 793/93 = Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 για την αξιολόγηση και τον έλεγχοτων κινδύνων από τις υπάρχουσες ουσίες

Οδηγία 91/414 = Οδηγία 91/414/ΕΟΚ σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων

Οδηγία 67/548 = Οδηγία 67/548/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικίνδυνων ουσιών

***Υπό περιορισμό δυνάμει της οδηγίας 96/22/ΕΟΚ περί απαγορεύσεως της χρησιμοποιήσεως ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση και των β-ανταγωνιστικών ουσιών στη ζωική παραγωγή για κερδοσκοπικούς λόγους.


Πίνακας 4: Ουσίες για τις οποίες δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία στην έκθεση ΒΚΗ (=435)

29082-74-4 // Οκταχλωροστυρόλιο (chemno 190)

11081-15-5 // Φαινόλη, ισοοκτυλ- (chemno 253)

119-61-9 // Βενζοφαινόνη (chemno 541)

68-12-2 // Διμεθυλοφορμαμίδιο(DMFA) (chemno 545)

106-93-4 // Διβρωμοαιθάνιο (EDB) (chemno 169)

106-89-8 // Επιχλωρυδρίνη (1-χλωρο-2,3-εποξυπροπάνιο) (chemno 348)

35693-99-3 // PCB 52 (2,2';5,5'-τετραχλωροδιφαινύλιο) (chemno 419)

3734-48-3 // Χλωρντέν (Chlordene) (chemno 13)

39765-80-5 // Trans-Νοναχλώρ (Nonachlor) (chemno 25)

1024-57-3 // Επταχλωρο-εποξείδιο (chemno 177)

4685-14-7 // Παρακουάτ (Paraquat) = 1,1'-διμέθυλο-4,4'-διπυριμιδίνη (chemno 183)

103-23-1 // δις (2-αιθυλεξυλ) αδιπικό (chemno 277)

84-61-7 // Δικυκλοεξυλφθαλικό (DCHP) (chemno 280)

84-66-2 // Διαιθυλφθαλικό (DEP) (chemno 281)

92-52-4 // Διφαινύλιο(chemno 370)

38380-07-3 // PCB 128 (2,2',3,3',4,4'-εξαχλωροδιφαινύλιο) (chemno 405)

135-19-3 // 2-ναφθόλη (chemno 444)

108-05-4 // Βινυλ οξικό (chemno 564)

17804-35-2 // Μπενομύλ (Benomyl) (chemno 1)

116-06-3 // Αλντικάρμπ (Aldicarb) (chemno 3)

63-25-2 // Καρμπαρύλ (Carbaryl) (chemno 5)

1563-66-2 // Καρβοφουράνιο(Carbofuran) (chemno 6)

72490-01-8 // Φαινοξυκάρμπ (Fenoxycarb) (chemno 7)

16752-77-5 // Μεθομύλ (Methomyl) (chemno 8)

93-76-5 // 2,4,5-T = 2,4,5-τριχλωροφαινοξυ οξικό (chemno 26)

69806-50-4 // Βουτυλο-φλουαζιφόπ (Fluazifop-butyl) (chemno 28)

76578-14-8 // Αιθυλο-Κουιζαλοφόπ (Quizalofop-ethyl) (chemno 30)

2971-22-4 // 1,1,1-τριχλωρο -2,2-δις (4-χλωροφαινυλο)αιθάνιο (chemno 31)

34113-46-7 // Ο,π´-DDA (chemno 46)

53-19-0 // Ο,π -DDD (chemno 48)

3424-82-6 // Ο,π -DDE (chemno 49)

14835-94-0 // Ο,π -DDMU (chemno 50)

789-02-6 // Ο,π -DDT (chemno 51)

72-54-8 // Π,π´-DDD (chemno 53)

72-55-9 // Π,π´--DDE (chemno 54)

3563-45-9 // Τετραχλωρο DDT = 1,1,1,2-τετραχλωρο-2,2-δις(4-χλωροφαινυλο)αιθάνιο (chemno 58)

32809-16-8 // Προσυμιδόνη (Procymidon )(chemno 62)

40487-42-1 // Πεντιμεθαλίνη (chemno 64)

29091-21-2 // Προδιαμίνη (chemno 65)

1582-09-8 // Τριφλουραλίνη (Trifluralin) (chemno 66)

79-44-7 // Διμεθυλοκαρβαμυλοχλωρίδιο(chemno 67)

8018-01-7 // Μανκοζέμπ (Mancozeb) (chemno 68)

9006-42-2 // Μετιράμ (Metiram) Σύμπλοκο Μετιράμ (Metiram-complex) (chemno 71)

142-59-6 // Ναβάμ (Nabam) (chemno 72)

319-85-7 // β-HCH (chemno 76)

319-86-8 // δ-HCH (chemno 77)

608-73-1 // Εξαχλωροκυκλοεξάνιο = HCH μίγμα (chemno 79)

1689-84-5 // Βρωμοξυνίλη (Bromoxynil) (chemno 80)

1689-83-4 // Ιοξυνίλη (Ioxynil) (chemno 81)

3567-62-2 // 1-(3,4-διχλωροφαινυλο)-3-μεθυλοουρία (chemno 83)

35367-38-5 // Διφλουβενζουρόν (Diflubenzuron) (chemno 84)

96-45-7 // Αιθυλενοδιουρία (ETU) (chemno 86)

14868-03-2 // δις-OH-MDDE (chemno 90)

2971-36-0 // δις-OH-μεθοξυχλωρίδιο = 1,1,1-τριχλωρο -2,2-δις(4-υδροξυφαινυλο)αιθάνιο (HTPE) (chemno 91)

2132-70-9 // MDDE (chemno 92)

72-43-5 // Μεθοξυχλωρίδιο (chemno 93)

72-43-5 // Π,π´-μεθοξυχλωρίδιο (chemno 96)

30560-19-1 // Οξοφθαλικό (chemno 98)

470-90-6 // Χλωροφενβιφός (Chlorfenvinphos) (chemno 99)

2921-88-2 // Χλωροπυριφός Chlorpyrifos (chemno 100)

50-18-0 // Κυκλοφωσφαμίδιο(chemno 101)

682-80-4 // Δεμεφιόν (Demefion) (chemno 102)

919-86-8 // Μεθυλ-σ-Δεμετόν (Demeton-s-methyl) (chemno 103)

62-73-7 // Διχλωρβός (Dichlorvos) (chemno 105)

2597-03-7 // Ελσάν = Διμεθυλοφαινοθειικό (Elsan = Dimephenthoate) (chemno 107)

122-14-5 // Φαινιτριοθειόνη (Fenitrothion) (chemno 108)

2540-82-1 // Φορμοθειόνη (Formothion) (chemno 110)

51276-47-2 // Γλουφοσινικό (Glufosinate) (chemno 111)

7786-34-7 // Μεβινφός = Φοσντρίν (Mevinphos = Phosdrin) (chemno 116)

1113-02-6 // Ο-μεθυλοθειικό (Omethoate) (chemno 117)

301-12-2 // Μεθυλοοξυδεμεθόν (Oxydemeton-methyl) (chemno 118)

13171-21-6 // Φωσφαμιδόν (Phosophamidon) (chemno 120)

13593-03-8 // Πενταφός = Κιναλφός (Quinalphos = Chinalphos) (chemno 121)

299-84-3 // Ροννέλ = Φενχλωροφός (Ronnel = fenchlorfos) (chemno 122)

22248-79-9 // Τετραχλωροβινφός = Γκαρντόνα (Tetrachlorvinphos = Gardona) (chemno 123)

52-68-6 // Τριχλωροφόν = Ντιπτερέξ (Trichlorfon = Dipterex) (chemno 124)

82657-04-3 // Διφαινθρίνη (Bifenthrin (@Talstar)) (chemno 126)

584-79-2 // Βιοαλενθρίνη = δ-trans αλεθρίνη (Bioallethrin = d- trans allethrin) (chemno 127)

91465-08-6 // Συαλοθρίνη (Cyhalothrin (@Karate)) (chemno 128)

52315-07-8 // Συπερμεθρίνη (Cypermethrin) (chemno 129)

52918-63-5 // Δελταμεθρίνη (Deltamethrin) (chemno 130)

66230-04-4 // Εσφενβαλερικό (Esfenvalerate) (chemno 131)

26002-80-2 // Φαινοθρίνη = σουμιθρίνη (Fenothrin = sumithrin) (chemno 132)

51630-58-1 // Φενβαλερικό (Fenvalerate) (chemno 133)

69409-94-5 // Φλουβαλινικό (Fluvalinate) (chemno 134)

52645-53-1 // Υπερμεθρίνη (Permethrin) (chemno 135)

10453-86-8 // Ρεσμεθρίνη (Resmethrin) (chemno 136)

314-40-9 // Βρωμακίλη (Bromacil) (chemno 138)

60168-88-9 // Φεναριμόλη (Fenarimol) (chemno 139)

1918-02-1 // Πολυχλωράμη (Picloram) (chemno 140)

21725-46-2 // Κυαναζίνη (Cyanazine) (chemno 144)

94361-07-6 // Κυπροκοναζόλη (Cyproconazole) (chemno 145)

119446-68-3 // Διφαινοκοναζόλη (Difenoconazole) (chemno 146)

2593-15-9 // Ετριδιαζόλη (Etridiazole) (chemno 149)

65277-42-1 // Κετοκοναζόλη (Ketoconazol) (chemno 152)

21087-64-9 // Μετριβουζίνη (Metribuzin) (chemno 153)

66246-88-6 // Πενκοναζόλη (Penconazole) (chemno 154)

60207-90-1 // Προπικοναζόλη (Propiconazole) (chemno 155)

107534-96-3 // Τεμπουκοναζόλη (Tebuconazole) (chemno 157)

886-50-0 // Τριτοταγής βουτρίνη (Terbutryn) (chemno 158)

123-88-6 // Τριαδιμενόλη (Triadimenol) (chemno 160)

33089-61-1 // Αμιτράζη (Amitraz) (chemno 165)

6164-98-3 // Χλωρδιμεφόρμ (Chlordimeform) (chemno 166)

74115-24-5 // Κλωφεντεζίνη=χλωρφεντεζίνη (Clofentezine = chlorfentezine) (chemno 167)

96-12-8 // Διβρομοχλωροπροπάνιο (Dibromochloropropane) (DBCP) (chemno 168)

25550-58-7 // Δινιτροφαινόλη (chemno 170)

88-85-7 // Δινοσέμπ (Dinoseb) (chemno 171)

80844-07-1 // Αιθοφενπρόξ (Ethofenprox) (chemno 172)

76674-21-0 // Φλουτριαφόλη (Flutriafol) (chemno 174)

2439-99-8 // Γλυφωσφορικό (Glyphosate) (chemno 175)

2212-67-1 // Μολινικό Molinate (chemno 180)

88671-89-0 // Μικλοβουτανίλη (Myclobutanil) (chemno 181)

82-68-8 // Πενταχλωρονιτροβενζόλιο (PCNB) (chemno 184)

51-03-6 // Πιπερονυλοβουτοξείδιο (chemno 185)

7287-19-6 // Προμετρύνη (Prometryn) (chemno 186)

104-51-8 // κ-βουτυλοβενζόλιο (chemno 189)

12002-48-1 // Τριχλωροβενζόλιο(chemno 193)

25167-81-1 // Διχλωροφαινόλη (chemno 197)

608-93-5 // Πενταχλωροβενζόλιο (chemno 199)

87-86-5 // Πενταχλωροφαινόλη (PCP) (chemno 200)

87-26-3 // 2-δευτεροταγής-πεντυλοφαινόλη = 2-(1-μεθυλοβουτυλο)φαινόλη (chemno 201)

1131-60-8 // 4-κυκλοεξυλοφαινόλη (chemno 203)

1009-11-6 // 4-υδροξυ -κ-βουτυροφαινόνη (chemno 205)

70-70-2 // 4-υδροξυπροπιοφαινόνη (chemno 206)

104-40-5 // 4-εννεανυλοφαινόλη (4-NP) (chemno 208)

20427-84-3 // 4-εννεανυλφαινολδιαιθοξυλικό (NP2EO) (chemno 209)

3115-49-9 // 4-εννεανυλφαινοξυοξικό οξύ (chemno 211)

99-71-8 // 4-δευτεροταγής βουτυλοφαινόλη = 4-(1-μεθυλοπροπυλο)φαινόλη (chemno 213)

94-06-4 // 4- δευτεροταγής πεντυλοφαινόλη = 4-(1-μεθυλοβουτυλο)φαινόλη = π-δευτεροταγής-αμυλοφαινόλη (chemno 214)

7786-61-0 // 4-βινυλγουαϊακόλη (4-VG) (chemno 218)

2628-17-3 // 4-βινυλοφαινόλη (4-VP) (chemno 219)

27986-36-3 // Αιθανόλη, 2-(εννεανυλφαινοξυ)- (chemno 220)

1322-97-0 // Αιθανόλη, 2-(οκτυλφαινοξυλικό) = Οκτυλφαινολαιθοξυλικό (chemno 221)

9036-19-5 // Γλυκόλες, πολυαιθυλένιο,μονο((1,1,3,3-τετρ = πολυ(οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-[(1,1,3,3-τετραμεθυλοβουτυλ)φαινυλο]-ω -υδροξυ- (chemno 223)

9002-93-1 // Γλυκόλες, πολυαιθυλένιο,μονο (π-(1,1,3,3-τετρ = οκτοξυνόλη= πολυ(οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-(4-(1,1,3,3,-τετραμέθυλο -βουτυλο)φαινυλο)-ω-υδροξυ- (chemno 224)

26027-38-3 // Γλυκόλες, πολυαιθυλένιο,μονο (π-εννεανυλφαινυλο) (chemno 225)

9016-45-9 // Εννεανυλφαινολαιθοξυλικό (chemno 229)

27193-28-8 // φαινόλη, (1,1,3,3 τετραμέθυλοβουτυλο)- =οκτυλοφαινόλη (chemno 238)

27985-70-2 // φαινόλη, (1-μέθυλοεπτυλ)- (chemno 239)

3884-95-5 // φαινόλη, 2-(1,1,3,3-τετραμεθυλοβουτυλο)- (chemno 241)

17404-44-3 // φαινόλη, 2-(1-αιθυλοεξυλ)- (chemno 242)

18626-98-7 // φαινόλη, 2-(1-μεθυλοεπτυλ)- (chemno 243)

37631-10-0 // φαινόλη, 2-(1-προπυλοπεντυλ)- (chemno 244)

949-13-3 // φαινόλη, 2-οκτυλ - (chemno 245)

3307-00-4 // φαινόλη, 4-(1- αιθυλοεξυλο)- (chemno 247)

1818-08-2 // φαινόλη, 4-(1- μεθυλοεπτυλο)- (chemno 248)

3307-01-5 // φαινόλη, 4-(1- προπυλοπεντυλο)- (chemno 249)

1806-26-4 // φαινόλη, 4-οκτυλο - (chemno 251)

51811-79-1 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλο), α-(εννεανυλφαινυλο)-ω -υδροξυ (chemno 262)

9014-90-8 // πολυ(οξυ-1,2- αιθανοδιυλο), α-σουλφο -ω -εννεανυλφαινοξυ (chemno 267)

25013-16-5 // τεταρτοταγής-βουτυλοϋδροξυανισόλη(BHA) (chemno 271)

117-84-0 // 1,2-βενζολοδικαρβονικό οξύ, διοκτυλεστέρας (chemno 276)

84-75-3 // δι-κ-εξυλοφθαλικό (DnHP) = διεξυλοφθαλικό (DHP) (chemno 287)

131-18-0 // δι-κ- πεντυλοφθαλικό (DPP) = διπεντυλοφθαλικό(chemno 289)

131-16-8 // δι-κ-προπυλοφθαλικό (DprP) = Διπροπυλοφθαλικό (chemno 290)

4376-20-9 // Μονο-2 αιθυλοεξυλοφθαλικό (MEHP) (chemno 291)

131-70-4 // Moνo-κ-βουτυλοφθαλικό (chemno 292)

33204-76-1 // 2,6-cis-διφαινυλοεξαμεθυλοκυκλοτετρασιλανοξάνιο - 2,6-cis-[(PhMeSiO)2(Me2SiO)2](chemno 295)

30026-85-8 // Διφαινυλοεξαμεθυλοκυκλοτετρασιλανοξάνιο [(PhMeSiO)2(Me2SiO)2] (chemno 297)

56-33-7 // Διφαινυλοτετραμεθυλοδισιλανοξάνιο PhMe2-SiOSiMe2Ph (chemno 299)

10448-09-6 // Φαινυλοεπταμεθυλοεπταμεθυλοκυκλοτετρασιλοξάνιο [(PhMeSiO)(Me2SiO)3] (chemno 301)

28994-41-4 // Φαινυλο-2-υδροξυφαινυλομεθάνιο = 2-βενζοφαινόλη = o-βενζοφαινόλη (chemno 304)

101-53-1 // Φαινυλο-4-υδροξυφαινυλομεθάνιο = 4-βενζοφαινόλη = π-βενζοφαινόλη (chemno 305)

2081-08-5 // 1,1-δις (4-υδροξυφαινυλο) αιθάνιο (chemno 308)

2081-32-5 // 1,1-δις (4-υδροξυφαινυλο) -ισοπεντάνιο (chemno 310)

4731-84-4 // 1,1-δις (4- υδροξυφαινυλο)-κ-βουτάνιο (chemno 311)

3373-03-3 // 1,1-δις (4- υδροξυφαινυλο)-κ-επτάνιο (chemno 312)

24362-98-9 // 1,1-δις(4- υδροξυφαινυλο)-κ-εξάνιο (chemno 313)

1576-13-2 // 1,1-δις (4- υδροξυφαινυλο)-κ-προπάνιο (chemno 314)

25036-25-3 // 2,2'-δις (2-(2,3-εποξυπροποξυ) φαινυλο)-προπάνιο (chemno 317)

6807-17-6 // 2,2-δις (4- υδροξυφαινυλο)-4-μεθυλο -κ -πεντάνιο (chemno 320)

77-40-7 // 2,2-δις (4- υδροξυφαινυλο)-κ-βουτάνιο= διφαινόλη B (chemno 321)

14007-30-8 // 2,2-δις (4- υδροξυφαινυλο)-κ-εξάνιο (chemno 323)

131-54-4 // 2,2'-διυδροξυ-4,4'-διμεθοξυβενζοφαινόνη (chemno 327)

52479-85-3 // 2,3,4,3',4',5'-εξαϋδροξυβενζοφαινόνη (chemno 328)

131-56-6 // 2,4-διυδροξυβενζοφαινόνη= ρεσβενζοφαινόνη (chemno 330)

611-99-4 // 4,4'-διυδροξυβενζοφαινόνη (chemno 335)

620-92-8 // Δις (4-υδροξυφαινυλο)μεθάνιο (chemno 340)

25085-99-8 // Διφαινόλη A-πολυμερές του διγλυκοδιλαιθέρα (mw<700) (chemno 343)

81-92-5 // 2-[δις (4-υδροξυφαινυλο)μεθυλο]βενζυλική αλκοόλη = Φαινολφθαλόλη (chemno 355)

77-09-8 // 3,3'-δις (4- υδροξυφαινυλο)φθαλίδιο = φαινολοφθαλεΐνη (chemno 356)

4081-02-1 // Δις(4- υδροξυφαινυλο)φαινυλομεθάνιο (chemno 360)

1806-29-7 // 2,2'-διυδροξυδιφαινύλιο = 2,2'-διφαινόλη (chemno 367)

92-88-6 // 4,4'- διυδροξυδιφαινύλιο = 4,4'- διφαινόλη (chemno 368)

92-69-3 // 4-υδροξυδιφαινύλιο = 4-φαινυλοφαινόλη (chemno 369)

53905-30-9 // 2-υδροξυ 2',5'-διχλωροδιφαινύλιο (chemno 374)

53905-29-6 // 3-υδροξυ -2',5'- διχλωροδιφαινύλιο (chemno 378)

53905-28-5 // 4-υδροξυ -2',5'- διχλωροδιφαινύλιο (chemno 385)

23719-22-4 // 4-υδροξυ -2-χλωροδιφαινύλιο (chemno 387)

4400-06-0 // 4-υδροξυ -3,4',5-τριχλωροδιφαινύλιο (chemno 389)

28034-99-3 // 4-υδροξυ -4'- χλωροδιφαινύλιο (chemno 391)

2051-60-7 // PCB 1 (2- χλωροδιφαινύλιο) (chemno 397)

2050-67-1 // PCB 11 (3,3'-διχλωροδιφαινύλιο) (chemno 400)

2050-68-2 // PCB 15 (4,4'- διχλωροδιφαινύλιο) (chemno 407)

37680-65-2 // PCB 18 (2,2',5-τριχλωροδιφαινύλιο) (chemno 411)

2051-61-8 // PCB 2 (3-χλωροδιφαινύλιο) (chemno 412)

55702-46-0 // PCB 21 (2,3,4-τριχλωροδιφαινύλιο) (chemno 413)

2051-62-9 // PCB 3 (4-χλωροδιφαινύλιο) (chemno 415)

13029-08-8 // PCB 4 (2,2'- διχλωροδιφαινύλιο) (chemno 416)

34883-43-7 // PCB 8 (2,4'- διχλωροδιφαινύλιο) (chemno 423)

11104-28-2 // PCB Αροχλώρ (Aroclor) 1221 (chemno 425)

11141-16-5 // PCB Αροχλώρ (Aroclor) 1232 (chemno 426)

90-15-3 // 1-ναφθόλη (chemno 442)

1125-78-6 // 5,6,7,8-τετραϋδρο-2-ναφθόλη = 6-υδροξυτετραλίνη (chemno 445)

15231-91-1 // 6-βρωμο-2-ναφθόλη (chemno 446)

530-91-6 // τετραϋδροναφθόλη-2 (chemno 449)

56-49-5 // 3-μεθυλοχολανθρένιο (chemno 455)

57-97-6 // 7,12-διμεθυλο-1,2-βενζανθρακένιο (chemno 457)

56-55-3 // βενζανθρακένιο (chemno 461)

50-32-8 // βενζο[α]πυρένιο (chemno 462)

53-96-3 // n-2-φθορενυλακεταμίδιο (chemno 464)

109333-34-8 // 1,2,3,7,8-PeBDD (chemno 466)

50585-46-1 // 1,3,7,8-τετραχλωροδιβενζοδιοξίνη (chemno 470)

50585-41-6 // 2,3,7,8-TeBDD (chemno 471)

50585-40-5 // 2,3-διβρωμο-7,8-διχλωροδιβενζοδιοξίνη (chemno 473)

103456-39-9 // TeBDD (chemno 481)

303-38-8 // 2,3-διυδροξυβενζοϊκό οξύ (2,3-DHBA) (chemno 533)

94-82-6 // 2,4-διχλωροφαινοξυβουτυρικό οξύ = 2,4-DB (chemno 534)

490-79-9 // 2,5-διυδροξυβενζοϊκό οξύ (2,5-DHBA) (chemno 535)

106-47-8 // 4-χλωρανιλίνη (chemno 537)

57-12-5 // Κυανίδιο (chemno 544)

482-49-5 // Δοϊσυνολικό οξύ (chemno 546)

64529-56-2 // Αιθειοζίνη (chemno 547)

537-98-4 // Φερουλικό οξύ (FA) (chemno 549)

533-73-3 // Υδροξυ υδροκινόνη (chemno 551)

72-33-3 // Μεστρανόλη (chemno 553)

19044-88-3 // Ορυζαλίνη (chemno 555)

7400-08-0 // Π-κουμαρικό οξύ (PCA) (chemno 556)

23950-58-5 // Προναμίδιο (chemno 559)

463-56-9 // Θειοκυανικό (chemno 563)

No CAS 001 // Καρβαμικό (chemno 4)

2597-11-7 // 1-υδροξυχλωρδένιο (chemno 9)

No CAS 002 // Cis-Νοναχλώρ (chemno 14)

65148-76-7 // 3-(μεθοξυ)-ο,π´ -DDA (chemno 32)

65148-80-3 // 3-(μεθοξυ)-o,π´-DDE (chemno 33)

43216-70-2 // 3-(υδροξυ)-o,π´-DDT (chemno 34)

65148-81-4 // 4-(μεθοξυ) -o,π´-DDE (chemno 35)

65148-72-3 // 4-(μεθοξυ)-o,π´-DDT (chemno 36)

65148-77-8 // 5-(μεθοξυ) -o,π´ '-DDA (chemno 37)

65148-75-6 // 5-(μεθοξυ)-o,π´ '-DDD (chemno 38)

65148-82-5 // 5-(μεθοξυ) -o,π´ -DDE (chemno 39)

65148-74-5 // 5-(μεθοξυ)-o,π´ -DDT (chemno 40)

65148-73-4 // 5-(υδροξυ)-o,π´'-DDT (chemno 41)

No CAS 003 // μεταβολίτες DDT (chemno 43)

4329-12-8 // Μ,π´-DDD (chemno 45)

65148-83-6 // o,π'-DDA-γλυκινικό = N-[(2-χλωροφαινυλο)(4-χλωροφαινυλο)ακετυλο] γλυκίνη (chemno 47)

No CAS 084 // Π,π´-DDA (chemno 52)

No CAS 085 // p,p'-DDMU (chemno 55)

88378-55-6 // 3,5-διχλωροφαινυλοανθρακικό οξύ -(1-καρβοξυ-1-μεθυλο)-αλλυλο (chemno 59)

83792-61-4 // N-(3,5-διχλωροφαινυλο)-2-υδροξυ-2-μεθυλο-3-βουτεναμίδιο (chemno 61)

17356-61-5 // 1-(3,4-διχλωροφαινυλο)-3-μεθοξυουρία (chemno 82)

No CAS 096 // 1,1-τριχλωρο-2,2-δις(4-υδροξυφαινυλο)αιθάνιο (HPTE) (chemno 88)

30668-06-5 // 1,3-διχλωρο-2,2-δις(4-μεθοξυ -3-μεθυλφαινυλο) προπάνιο (chemno 89)

75938-34-0 // μονο-(υδροξυ)-MDDE (chemno 94)

28463-03-8 // μονο-(υδροξυ)-μεθοξυχλώρ (chemno 95)

No CAS 108 // 1-μεθυλο-2-μεθυλοκαρβαμοϋλβινυλοδιμεθυλοφωσφορικό (chemno 97)

70393-85-0 // Γλουφοσυνικό-αμμώνιο (chemno 112)

No CAS 122 // Μεταλοντεμετόν (Metalodemeton) (chemno 114)

No CAS 005 // Πυρεθρίνη (chemno 125)

No CAS 123 // Συνθετικά πυρεθροειδή (chemno 137)

No CAS 120 // Διτερτανόλη (Bitertanol) (chemno 143)

No CAS 121 // Επικοναζόλη (Epiconazol) (chemno 147)

No CAS 008 // Εποξυκοναζόλη (Epoxiconazole) (chemno 148)

No CAS 130 // Φεμπουκοναζόλη (Febuconazole) (chemno 150)

No CAS 009 // Ινδόλη(3,2-β)καρβαζόλη (ICZ) (chemno 151)

No CAS 007 // τριαζίνες (π.χ.ατραζίνη) (chemno 161)

71751-41-2 // Αβαμεκτίνη (Abamectin) (chemno 162)

No CAS 132 // Φιπρονίλη (Fipronil) (chemno 173)

3555-44-0 // Ιμαζαλίλη (Imazalil) (chemno 178)

NO CAS 129 // Θειαζωπύρ (Thiazopyr) (chemno 188)

No CAS 010 // Στυρόλια (π.χ. διμερή και τριμερή ) (chemno 192)

53792-11-3 // 4-(4-υδροξυφαινυλο)-2,2,6,6-τετραμεθυλοκυκλοεξανοανθρακικό οξύ (chemno 202)

No CAS 133 // 4-υδροξυαλκυλοφαινόλη (chemno 204)

1805-61-4 // 4-ισοπεντυλοφαινόλη= 4-(3-μεθυλοβουτυλο)φαινόλη (chemno 207)

14409-72-4 // 4-Εννεανυλοφαινολοαιθοξυλικό (Tergitol NP 9) (chemno 210)

No CAS 016 // 4-εννεανυλοφαινοξυκαρβοξυλικό οξύ (NP1EC) (chemno 212)

No CAS 013 // 4-τεταρτοταγής-πεντυλο φαινόλη = π-τεταρτοταγής αμυλοφαινόλη (chemno 217)

9040-65-7 // Φορμαλδεΰδη, πολυμερές με εννεανυλοφαινόλη (chemno 222)

2717-05-5 // Επταοκτατριεκοσάν-1-όλη, 23-(εννεανυλοφαινοξυ)3,6,9,12,15,18,21-εννεανυλοφαινολο μονοαιθοξιλικό (chemno 226)

No CAS 102 // Ανυδρίτης μαλεΐνης, μονοεστέρας με οξυγωνομένη εννεανυλφαινόλη εξουδετέρωμένος με προϊόντα αντιδράσεων όπως η διπροπυλενοτριαμίνη (chemno 227)

No CAS 015 // Εννεανυλφαινολοκαρβοξυλικό οξύ (chemno 228)

No CAS 017 // Εννεανυλφαινολοαιθοξυλικό καρβοξυλικό οξύ (chemno 230)

No CAS 104 // Εννεανυλφαινολοαιθοξυλικό με 9<EO<19 (chemno 231)

No CAS 103 // Εννεανυλφαινολοαιθοξυλικό με EO<9 (chemno 232)

No CAS 105 // Εννεανυλφαινολοαιθοξυλικό με EO>19 (chemno 233)

No CAS 106 // Εννεανυλφαινολοαιθυλενοξυφωσφορικό (chemno 234)

No CAS 014 // Οκτυλοφαινόλη-5-αιθοξυλικό (chemno 235)

9004-87-9 // OP-7 = πολυ(οξυ-1,2-αιθανοδιλυλ), α-(ισο-οκτυλφαινόλο)-ω -υδροξυ- (chemno 236)

No CAS 012 // Πεντα- έως εννεανυλοφαινόλες (chemno 237)

1331-54-0 // Φαινόλη, (2-αιθυλοεξυλο)- (chemno 240)

26401-75-2 // Φαινόλη, 2-δευτεροταγής-οκτυλ- (chemno 246)

27013-89-4 // Φαινόλη, 4-ισοοκτυλ- (chemno 250)

27214-47-7 // Φαινόλη, 4-δευτεροταγής- οκτυλ (chemno 252)

67554-50-1 // Φαινόλη, οκτυλ- (chemno 255)

93891-78-2 // Φαινόλη, δευτεροταγής οκτυλ- (chemno 256)

52623-95-7 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-((1,1,3,3,-τετραμεθυλο-βουτυλο)φαινυλο)-ω-υδροξυ -φωσφορικό (chemno 257)

81642-15-1 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-(3-οκτυλοφαινυλο)-ω-υδροξυ (chemno 258)

51651-58-2 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-(4-ισοοκτυλοφαινυλο)- ω-υδροξυ- (chemno 259)

68891-21-4 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-(διεννεανυλφαινυλο)- ω-υδροξυ-forgrenet (chemno 260)

37205-87-1 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-(ισοεννεανυλφαινυλο)- ω-υδροξυ-φωσφορικό (chemno 261)

68412-54-4 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-(εννεανυλφαινυλο)- ω-υδροξυ-forgrenet (chemno 263)

9036-89-2 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-(οκτυλφαινυλο)- ω-υδροξυ - (chemno 264)

68987-90-6 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-(οκτυλφαινυλο)- ω-υδροξυ- forgrenet (chemno 265)

60864-33-7 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-(φαινυλομεθυλο)-ω-((1.1.3.3.-τετραμεθυλο-βουτυλο)-φαινοξυ) (chemno 266)

55348-40-8 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-θειο-ω-((1.1.3.3.- τετραμεθυλο-βουτυλο)- φαινοξυ) (chemno 268)

109909-39-9 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-θειο ωμέγα(2,4,6-τρις (1-μεθυλοπροπυλο)φαινοξυ)-άλας του νατρίου(chemno 269)

69011-84-3 // πολυ (οξυ-1,2-αιθανοδιυλ), α-θειο-ω-(οκτυλφαινυλο)- forgrenet, άλας νατρίου(chemno 270)

No CAS 020 // Ενδιάμεσες αλυσίδες χλωριωμένων παραφινών (chemno 272)

No CAS 021 // Μακριές αλυσίδες χλωριωμένων παραφινών (chemno 273)

No CAS 019 // Μικρές αλυσίδες χλωριωμένων παραφινών (chemno 274)

89-69-5 // Διισοβούτυλοφθαλικό (chemno 282)

No CAS 024 // Διόκτυλοφθαλικό (DOP) (chemno 285)

No CAS 022 // Δι-κ-οκτυλοφθαλικό (DnOP) (chemno 288)

No CAS 023 // Φθαλικά (chemno 293)

31751-59-4 // 2,4-trans-διφαινυλοτετραμεθυλοκυκλοτρισιλανοξάνιο - 2,4-trans-[(PhMeSiO)2(Me2SiO)] (chemno 294)

33204-77-2 // 2,6-trans- διφαινυλοεξαμεθυλο κυκλοτρισιλανοξάνιο - 2,6-trans-[(PhMeSiO)2(Me2SiO)2] (chemno 296)

51134-25-9 // Διφαινυλοτετραμεθυλοκυκλοτρισιλανοξάνιο [(PhMeSiO)2(Me2SiO)] (chemno 298)

35964-76-2 // o-τολουολοεπταμεθυλοκυκλοτετρασιλανοξάνιο [(o-TolylMeSiO)(Me2SiO3)] (chemno 300)

17156-72-8 // Φαινυλοεξαμεθυλοκυκλοτετρασιλανοξάνιο [(PhHSiO)(Me2SiO)3] (chemno 302)

17964-44-2 // PhMe[SiCH2CH2SiMePhO] (chemno 303)

92569-29-4 // 1,1-δις(4-υδροξυφαινυλο)-2-αιθυλο-κ-βουτάνιο (chemno 306)

No CAS 025 // 1,1-δις(4-υδροξυφαινυλο)-2-κ-προπυλοπεντάνιο (chemno 307)

1844-00-4 // 1,1-δις(4- υδροξυφαινυλο)-ισοβουτάνιο (chemno 309)

7615-24-9 // 2,2,5,5-τετρα(4- υδροξυφαινυλο)-κ-εξάνιο (chemno 315)

No CAS 027 // 2,2,6,6-τεραμεθυλο-4,4-δις(4-υδροξυφαινυλο)-κ-επτάνιο (chemno 316)

3555-19-9 // 2,2-δις(4-υδροξυφαινυλο)-3-μεθυλο-κ-βουτάνιο (chemno 319)

41709-94-8 // 2,2-δις(4-υδροξυφαινυλο)-κ-επτάνιο (chemno 322)

6052-90-0 // 2,2-δις(4-υδροξυφαινυλο)-κ-οκτάνιο (chemno 324)

4204-58-4 // 2,2-δις(4-υδροξυφαινυλο)-κ-πεντάνιο (chemno 325)

31127-54-5 // 2,3,4,4'-τετραϋδροξυβενζοφαινόνη (chemno 329)

10196-77-7 // 3,3-δις(4-υδροξυφαινυλο)-κ-εξάνιο (chemno 331)

3600-64-4 // 3,3-δις(4-υδροξυφαινυλο)-κ-πεντάνιο (chemno 332)

7425-79-8 // 4,4-δις(4-υδροξυφαινυλο)-κ-επτάνιο (chemno 333)

No CAS 026 // 4,4-δις(4-υδροξυφαινυλο)-κ-οκτάνιο (chemno 334)

21388-77-2 // 4-υδροξυφαινυλο-4'-μεθοξυφαινυλομεθάνιο (chemno 336)

57547-76-9 // 5,5-δις(4-υδροξυφαινυλο)-κ-εννεάνιο (chemno 337)

59176-75-9 // 6,6-δις(4-υδροξυφαινυλο)-κ-εντεκάνιο (chemno 338)

10193-50-7 // δις(3- υδροξυφαινυλο)μεθάνιο (chemno 339)

36425-15-7 // Διφαινόλη A-(επιχλωρυδρίνη) μετακρυλικό πολυμερές(chemno 341)

25068-38-6 // Πολυμερές διφαινόλης A-( επιχλωρυδρίνη) (chemno 342)

105839-18-7 // C16 ή C18 πολυμερής διφαινόλη-A, βουτυλγλυδιοσυλαιθέρας, επιχλωρυδρίνη ή1AN,N'-δις (2αμινοαιθυλο)αιθάνιο-1,2-διαμίνη (chemno 344)

No CAS 098 // πολυμερές κρεσόλη-διφαινόλη-A φορμαλδεΰδης (chemno 345)

66070-77-7 // Πολυμερές αφυδρογωνομένου καστορέλαιου με διφαινόλη = A της επιχλωρυδρίνης (chemno 346)

98824-88-5 // Επιχλωρυδρίνη -διφαινόλη A/F, προϊόντα αντίδρασης, C12-C14 αλειφατικά ... (DER 353) (chemno 347)

25085-75-0 // Φορμαλδεΰδη, πολυμερές με 4,4'-(1-μεθυλιδενο) διφαινόλη (chemno 349)

93572-41-9 // Λινέλαιο, προϊόντα αντίδρασης με 1-[[2-[(2-αμινοαιθυλο)αμινο)-3-φαινοξυ -2-προπανόλη, διφαινόλη A-διγλυκιδυλαιθέρας, φορμαλδεΰδη ή πεντααιθυλενοεξαμίνη (chemno 350)

No CAS 028 // Τετραβρωμοδιφαινόλη A (TBBP-A) (chemno 351)

115489-12-8 // 1,1-δις(4-υδροξυφαινυλο)-1-(4-μεθοξυφαινυλο)αιθάνιο (chemno 352)

1571-75-1 // 1,1-δις(4- υδροξυφαινυλο)-1-φαινυλοαιθάνι

 weather_gif
 MYALAS
 ΑΓΩΓΗ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ
 ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ
 topten