www.iatreion.gr  ygia.2  169x70_dicapro
 
 
Ιστορικά σημεία-Επιδημιολογία - 12/04/2008

γράφει η  ΞΗΡΟΥ ΜΑΡΙΑ
BSc, MSc ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
Ιστορικά σημεία
Το 1897 ο Μπουρνεβιλ περιέγραψε σε παιδιά με ελαφρά νοητική καθυστέρηση μία ιδιομορφία που χαρακτηριζόταν από έντονη κινητικότητα νοητική και σωματική. Την ονόμασε ψυχοκινητική αστάθεια και τη θεώρησε κύριο σύμπτωμα σε ορισμένες ελαφρές νοητικές καθυστερήσεις.

Το 1901 ο Ντεμούρ περιγράφει την παιδική αστάθεια με υπερβολή στην έκφραση των συναισθημάτων, μία αμφιθυμία στις αντιδράσεις = θυμοί που μεταμορφώνονται γρήγορα σε χάδια, στενοχώριες που μετατρέπονται τάχιστα σε χαρά, αταξίες για τις οποίες το παιδί μετανιώνει αμέσως, μία έλλειψη αναστολών και προσοχής, μία διαρκή ανάγκη κίνησης και αλλαγών με ομιλία και κινήσεις «σπαστικές».

Το 1921 ο Χόμαν συνέδεσε την έννοια του υπερκινητικού συνδρόμου σε μία μελέτη για τις συνέπειες των κρανιακών τραυμάτων και των εγκεφαλίτιδων στα παιδιά. Ο όρος επικράτησε στην Αγγλοσαξονική σχολή με προσέγγιση κυρίως νευροβιολογική. Μέχρι πρόσφατα ο όρος αυτός ήταν συνώνυμος με τον όρο «ελάχιστη εγκεφαλική βλάβη» ή «ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία» που περιλάμβανε ένα ευρύτερο φάσμα δυσλειτουργιών του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Το 1925 ο Γουόλλον περιγράφει κλινικά το υπερκινητικό παιδί, έτσι απομονώνεται καθαρά πλέον η πάθηση του υπερκινητικού συνδρόμου και μάλιστα εμφανίζεται και μια πρώτη ταξινόμηση των μορφών της ψυχοκινητικής αστάθειας, η οποία παραμένει σχεδόν η ίδια και σήμερα, παρότι η αιτιολογία άλλαξε και δεν αποδίδεται πλέον σε νευρολογικά αίτια όπως η επιδημική εγκεφαλίτιδα της εποχής εκείνης.

Ο Άμπρασόν μελέτησε γενικότερα την ψυχολογία του υπερκινητικού παιδιού και την προσωπικότητα του υποστηρίζοντας ότι το παιδί ενεργεί συνήθως «αντανακλαστικά», δηλαδή ενστικτωδώς και συγχυτικά και δεν χρησιμοποιεί συνειρμούς , αντιθέσεις και αντιδράσεις. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η άμεση μνήμη των παιδιών είναι καλή αλλά δεν έχουν την ικανότητα να προγραμματίσουν τις ενέργειες τους μέσα στο χρόνο, βιάζονται να απαντούν σε όλα τα εξωτερικά ερεθίσματα και τους είναι αδύνατο να αποφύγουν τη διάσπαση γιατί η προσοχή τους είναι ασταθής και προσηλώνεται άλλοτε στη λεπτομέρεια και άλλοτε στο σύνολό, χωρίς ανάλυση των διαφορών, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνουν σε τεστ που απαιτούν μεγάλη προσπάθεια βραχείας διάρκειας, και να αποτυγχάνουν στα τεστ που απαιτούν ακρίβεια, ταχύτητα κίνησης και μακροχρόνια οργάνωση.

Το 1940 ο Κιενέρ κατατάσει τα ασταθή παιδιά σε 2 κατηγορίες :
1. Τις «αποκτηθείσες» αστάθειες που μπορεί να οφείλονται σε οργανικούς παράγοντες ή τραυματισμούς και δυσμενείς ψυχολογικούς παράγοντες οικογενειακού ή κοινωνικο – οικονομικού περιβάλλοντος.
2. Τις «ιδιοπαθείς» αστάθειες που οφείλονται σε ενδογενείς ή κληρονομικούς παράγοντες και είναι ανεξάρτητες των βιωμάτων.
Το 1949 ο Ντε Αζουριακγουερα υποστήριξε ότι οι δύο παραπάνω παράμετροι συνυπάρχουν πάντα και κατά συνέπεια η υπερκινητικότητα και οι διαταραχές στο χαρακτήρα αποτελούν δύο πλευρές του ίδιου προβλήματος. Τα παιδιά οδηγούνται στον παιδοψυχίατρο για σχολική καθυστέρηση και μαθησιακά προβλήματα, ενώ παρουσιάζουν φυσιολογική νοημοσύνη, είναι όμως ανήσυχα, δεν στέκονται στην ίδια θέση, ψάχνουν τα πάντα, είναι «πειραχτήρια» αλλά χωρίς επιθετικότητα και κυρίως η δραστηριότητα τους είναι άτακτη και η προσοχή τους διασπασμένη, ενώ είναι ανίκανα για προσπάθεια διαρκείας και απόδοση στη μάθηση.

Επιδημιολογία

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι η επίπτωση της διαταραχής ποικίλλει στην Αμερική και στην Ευρώπη για παράδειγμα 0,1 % στην Αγγλία και 2 – 4 % στην Αμερική. Πιθανόν να οφείλεται σε διαφορετική διαγνωστική εκτίμηση ή σε διαφορές στην έκφραση της συμπεριφοράς.
Οι διαταραχές υπεκινητικού τύπου είναι πολύ συχνότερες στα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια, σε αναλογία 3-4 προς 1. Συνήθως συνδυάζονται με δυσκολίες στην ανάγνωση ή και με άλλα μαθησιακά προβλήματα.
Η κοινωνικο – οικονομική τάξη της οικογένειας δεν παίζει ρόλο.
Παιδιά που παρουσιάζουν υπερκινητικό σύνδρομο και διαταραχές διαγωγής ανήκουν ως επί το πλείστον σε δυσαρμονικές οικογένειες με γονεïκή ψυχιατρική παθολογία ή αλκοολισμό.
Τα αγόρια παρουσιάζουν 6 φορές πιο συχνή διαταραχή ενώ τα κορίτσια πιο συχνά απρόσεκτου τύπου 1 % του σχολικού πληθυσμού. Τα κορίτσια παρουσιάζουν καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου καθώς και στις νοητικές και κινητικές δεξιότητες.





 dok.1
 weather_gif
 MYALAS
 topten
 ΑΓΩΓΗ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ