169x70_dicapro  peri.1  www.iatreion.gr
 
 
Διαγνωστικά Κριτήρια - 12/04/2008

γράφει η  ΞΗΡΟΥ ΜΑΡΙΑ
BSc, MSc ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
Διαγνωστικά Κριτήρια


Οι διαταραχές αυτής της ομάδας έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
1. Εγκαθίστανται πρώιμα.
2. Συνδυάζουν υπερδραστήρια, ανεπαρκώς συντονισμένη συμπεριφορά, με εκσεσημασμένη απροσεξία και έλλειψη επιμονής κατά την ενασχόληση με κάποιο έργο.
3. Αυτά τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς υπερισχύουν άλλων καταστάσεων και επιμένουν στο χρόνο

Εμφάνιση συμπτωμάτων για τουλάχιστον 6 μήνες και σε βαθμό δυσπροσαρμοστικό και ασυνεπή σχέση με το αναπτυξιακό επίπεδο του παιδιού (Καλαντζή – Αζίζι, 1998).
Προς το παρόν τα συγκεκριμένα αίτια για τις διαταραχές υπερκινητικού τύπου είναι άγνωστα.

Τα τελευταία χρόνια, για τα σύνδρομα αυτά χρησιμοποιείται όλο και πιο συχνά ο διαγνωστικός όρος «διαταραχή του τύπου της ελλειμματικής προσοχής».

Ο όρος αυτός δεν χρησιμοποιείται εδώ επειδή προϋποθέτει γνώσεις ψυχολογικών διαδικασιών, τις οποίες δεν κατέχουμε ακόμη και διότι δεν αποκλείει την ένταξη στη διαταραχή και των παιδιών εκείνων που είναι αγχώδη, απορροφημένα από σκέψεις, απαθή και ονειροπαρμένα και των οποίων τα προβλήματα πιθανόν να είναι διαφορετικά. Ωστόσο, από την άποψη της συμπεριφοράς, είναι σαφές ότι τα προβλήματα που προκαλεί η απροσεξία συνιστούν βασικό χαρακτηριστικό αυτών των συνδρόμων υπερκινητικού τύπου.

Οι διαταραχές υπερκινητικού τύπου εμφανίζονται πάντοτε κατά την περίοδο ανάπτυξης (συνήθως μέχρι την ηλικία των 5 ετών).

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους είναι η έλλειψη επιμονής σε ασχολίες, για τις οποίες χρειάζεται νοητική προσπάθεια, καθώς και κάποια τάση για μετάπτωση από μια ασχολία σε άλλη, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η προηγούμενη, μαζί με αποδιοργανωμένη, ανεπαρκώς συντονισμένη και υπερβολική δραστηριότητα.
Τα προβλήματα αυτά συνήθως παραμένουν τόσο κατά την σχολική όσο και την μετέπειτα ζωή, αλλά πολλά από τα άτομα με υπερκινητικού τύπου διαταραχές παρουσιάζουν βαθμιαία βελτίωση στη δραστηριότητα και την προσοχή.

Ενδέχεται πολλές άλλες ανωμαλίες να σχετίζονται με αυτές τις διαταραχές.

Συχνά τα υπερκινητικά παιδιά είναι απρόσεκτα και παρορμητικά, είναι επιρρεπή προς τα ατυχήματα και υφίστανται τιμωρίες, επειδή παραβαίνουν μάλλον απερίσκεπτα τους κανόνες (χωρίς να τους αψηφούν εκ προθέσεως).

Συχνά, οι σχέσεις τους με τους ενήλικους χαρακτηρίζονται από έλλειψη τυπικότητας και συστολής, ενώ δεν είναι αγαπητά στα άλλα παιδιά και μπορεί να απομονώνονται.

Συχνή είναι η διαταραχή των γνωστικών λειτουργιών, ενώ είναι δυσανάλογα συχνές οι ειδικές καθυστερήσεις στην κινητική και τη γλωσσική ανάπτυξη. Στις δευτερογενείς επιπλοκές περιλαμβάνονται η δυσκοινωνική συμπεριφορά η μειωμένη αυτοεκτίμηση.



Οδηγίες για τη διάγνωση


Τα πρωτεύοντα χαρακτηριστικά είναι η ελλειμματική προσοχή και η υπερδραστηριότητα. Για να τεθεί η διάγνωση από ειδικό, πρέπει να υπάρχουν και τα δύο και να είναι εμφανή σε περισσότερες από μία καταστάσεις (π.χ. στο σπίτι, στο σχολείο, στο χώρο του ιατρείου κλπ.).

Η ελλειμματική προσοχή εκδηλώνεται με την πρόωρη εγκατάλειψη των ασχολιών και με τις μη ολοκληρωμένες δραστηριότητες. Τα παιδιά περνούν γρήγορα από τη μία δραστηριότητα στην άλλη, δείχνουν ότι χάνουν το ενδιαφέρον τους για κάποια ασχολία επειδή προσελκύονται από κάποια άλλη. Αυτές οι ανεπάρκειες στην επιμονή και την προσοχή πρέπει να διαγιγνώσκονται μόνον εφόσον είναι υπερβολικές για την ηλικία και δεν αντιστοιχούν στο δείκτη νοημοσύνης του παιδιού.


Η υπερδραστηριότητα συνεπάγεται υπερβολική ανησυχία, ειδικά σε καταστάσεις που απαιτούν σχετική ηρεμία. Ενδέχεται, ανάλογα με την κατάσταση το παιδί να σηκώνεται από το κάθισμά του, να τρέχει και να χοροπηδάει τριγύρω, ενώ θα έπρεπε να παραμείνει στη θέση του. Επίσης, ενδέχεται να φλυαρεί, να θορυβεί, να είναι νευρικό και να κινείται συνεχώς. Το βασικό κριτήριο πρέπει να είναι η υπερβολική δραστηριότητα, σε σχέση με την αναμενόμενη για τις εκάστοτε συνθήκες και σε σύγκριση με άλλα παιδιά της ίδιας ηλικίας και με τον ίδιο δείκτη νοημοσύνης. Αυτό το χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς είναι εμφανέστερο σε δομημένες, οργανωμένες συνθήκες, στις οποίες χρειάζεται μεγάλου βαθμού αυτοέλεγχος της συμπεριφοράς.

Τα συναφή γνωρίσματα της συμπεριφοράς δεν είναι επαρκή ή και αναγκαία για τη διάγνωση, αλλά συμβάλλουν στην επιβεβαίωση της. Η άρση των κοινωνικών αναστολών, η απερισκεψία σε καταστάσεις που ενέχουν κινδύνους και η παρορμητική περιφρόνηση των κοινωνικών κανόνων (που εκδηλώνεται με την παρενόχληση άλλων προσώπων, με τη διακοπή των δραστηριοτήτων τους, με βιαστικές απαντήσεις σε ανολοκλήρωτες ερωτήσεις ή με τη δυσκολία αναμονής της σειράς τους ) είναι χαρακτηριστικά των παιδιών με αυτή την διαταραχή.

Διαταραχές της μάθησης και αδεξιότητα στις κινήσεις παρουσιάζονται συχνότατα και όταν παρουσιάζονται πρέπει να χωριστά, ωστόσο, δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στη βασική διάγνωση της διαταραχής υπερκινητικού τύπου. Τα χαρακτηριστικά προβλήματα της συμπεριφοράς πρέπει να εμφανίζονται νωρίς – πριν την ηλικία των 6 ετών και διαρκούν επί μακρόν. Ωστόσο, πριν αρχίσει η φοίτηση στο σχολείο είναι δύσκολο να αναγνωρισθεί η υπερδραστηριότητα επειδή είναι δύσκολο να καθορισθούν τα φυσιολογικά όρια: μόνον η εμφανέστατα υπερβολική δραστηριότητα θα θέσει τη διάγνωση σε παιδί προσχολικής αγωγής.


Διαφορική διάγνωση


Οι μεικτές διαταραχές είναι συνηθισμένες και όταν οι διαταραχές υπερκινητικού τύπου συνυπάρχουν με διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές τότε έχουν προτεραιότητα οι τελευταίες. Η διαφορική διάγνωση του συνδρόμου της υπερκινητικότητας πρέπει να γίνει καταρχήν από τις αγχώδεις ή τις καταθλιπτικές διαταραχές. Στις κλινικές εκδηλώσεις του άγχους και της κατάθλιψης περιλαμβάνονται η διάσπαση της προσοχής και η ανησυχία, λείπει όμως η έντονη κινητικότητα και οι εκδηλώσεις αυτές δεν είναι σταθερές στο χρόνο ή σε διαφορετικές καταστάσεις.
Οι διάχυτες διαταραχές της ανάπτυξης μπορούν να παρουσιάσουν συμπτωματολογία υπερκινητικού τύπου. Διαφοροποιούνται εύκολα όμως λόγω των χαμηλών νοητικών ικανοτήτων, των δυσκολιών στην κοινωνική επαφή, της παρουσίας έντονών προβλημάτων στο λόγο και των στερεοτυπικών συμπεριφορών.
Ορισμένα συμπτώματα του υπερκινητικού συνδρόμου μπορούν να παρατηρηθούν σε παιδιά που παρουσιάζουν νοητική καθυστέρηση (μέτρια ή σοβαρή). Ηπιότερη υπερδραστηριότητα και απροσεξία χαρακτηρίζουν επίσης τη διαταραχή διαγωγής. Η αιφνίδια έναρξη της διαταραχής σε παιδία σχολικής ηλικίας παραπέμπει σε πιθανή οργανική αιτιολογία (δηλητηρίαση, ρευματικός πυρετός) ή σε ψυχογενή αντίδραση σε έντονο στρες.

Επίδραση του περιβάλλοντος

Σε μία μελέτη γονέων υπερκινητικών παιδιών συγκριτικά με μία ομάδα ελέγχου γονέων φυσιολογικών παιδιών το 1972 (Cantwell), βρέθηκε ότι το 10% των γονέων υπερκινητικών παιδιών ήταν και οι ίδιοι υπερκινητικοί σε αντίστοιχη ηλικία, καθώς επίσης ότι οι μισοί γονείς των υπερκινητικών παιδιών είχαν παρουσιάσει κάποια ψυχολογική πάθηση και, κυρίως ο πατέρας, ενώ δε συνέβαινε αυτό στη ομάδα των φυσιολογικών παιδιών.
Ο κόσμος του υπερκινητικού παιδιού δεν έχει τη λογική, την τάξη, τη συγκρότηση και τη συνέπεια του κόσμου των ενηλίκων. Το παιδί αυτό δημιουργεί στιγμιαίες σχέσεις, ενδιαφέρεται προσωρινά για καινούρια πράγματα, επιδιώκει την άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών του και αντιδρά με παρορμητικό τρόπο στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος και, γενικά, δημιουργεί αναταραχή και διαταράσσει την αυστηρή και ιεραρχημένη τάξη του περιβάλλοντος (οικογενειακού, σχολικού ή κοινωνικού), το οποίο αντιδρά συχνά απορριπτικά χειροτερεύοντας το πρόβλημα. Οι αντιδράσεις του υπερκινητικού παιδιού στο περιβάλλον είναι συνήθως: Η άρνηση, η παραίτηση, η αυτοτιμωρία και η κατηγορία του εαυτού.
Συνήθως το παιδί αντιμετωπίζει την έλλειψη κατανόησης των γονέων και την απόρριψη του περιβάλλοντος με αισθήματα αδικίας σε βάρος του, οπότε και επαναστατεί με απείθεια και θυμό, ανυπακοή, ¨τεμπελιά, αδιαφορία για τα μαθήματα του και αταξία στο σχολείο, όπου συχνά παριστάνει το «γελωτοποιό» για να τραβά την προσοχή και το θαυμασμό των συμμαθητών και προσπαθεί να γελοιοποιεί τους δασκάλους αποθρασυνόμενο και αντιδρώντας με επιθετικότητα όταν αντιμετωπίζει τιμωρίες. Η άρνηση του σχολείου είναι συχνό επακόλουθο και σε ακραίες περιπτώσεις η αντικοινωνική συμπεριφορά και η άρνηση του κόσμου των ενηλίκων. Όσον αφορά την επαγγελματική αποκατάσταση η εκμάθηση οποιουδήποτε επαγγέλματος που απαιτεί χρόνια οργανωμένης μάθησης δεν του ταιριάζει και συχνά ακολουθεί μία «οδύσσεια» συνεχούς αλλαγής επαγγελμάτων. Θα πρέπει να τονιστεί ότι, αν προσφερθεί έγκαιρα στα παιδιά αυτά περιβάλλον με κατανόηση και στοργή και ειδικές συνθήκες μάθησης (ειδική αγωγή), η αστάθεια παραμένει στις περισσότερες περιπτώσεις μικρό πρόβλημα και συχνά υποχωρεί γύρω στην ηλικία των 10 ετών, οπότε η εξέλιξη των παιδιών γίνεται με αρκετά φυσιολογικό τρόπο.
Έτσι λοιπόν το πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο ζει και μεγαλώνει το παιδί είναι άκρως σημαντικό εφόσον αυτό μπορεί να επηρεάσει τη στάση των γονέων και των εκπαιδευτικών απέναντι στην υπερκινητική συμπεριφορά και τη διάσπαση προσοχής.

 dok.1
 MYALAS
 weather_gif
 ΑΓΩΓΗ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ
 topten